Σαουδική Αραβία: Από τα φουτουριστικά σχέδια για την πόλη NEOM – Στις πράσινες πόλεις και τον πολυτελή τουρισμό
Η Μέση Ανατολή εξελίσσεται ραγδαία σε έναν από τους πιο δυναμικούς τουριστικούς προορισμούς του πλανήτη και η Σαουδική Αραβία φιλοδοξεί να βρεθεί στην κορυφή αυτής της κούρσας. Τα τελευταία στοιχεία του Παγκόσμιου Βαρόμετρου Τουρισμού δείχνουν ότι το βασίλειο κατέγραψε το 2024 αύξηση σχεδόν 70% στις διεθνείς αφίξεις, αφήνοντας πίσω παραδοσιακούς «παίκτες» της περιοχής, όπως το Ντουμπάι και το Κατάρ.
Πρόκειται για το αποτέλεσμα μιας στρατηγικής που εφαρμόζεται συστηματικά εδώ και χρόνια και έχει ως κεντρικό άξονα τη σταδιακή απεξάρτηση της χώρας από το πετρέλαιο.
Ο πυρήνας αυτής της μετάβασης είναι το εθνικό σχέδιο «Vision 2030», με το οποίο η Σαουδική Αραβία επιχειρεί να αναδιαμορφώσει το οικονομικό της μοντέλο, επενδύοντας μαζικά στον τουρισμό, στις υποδομές και στην παγκόσμια εικόνα της. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο γεννήθηκαν φιλόδοξα σχέδια νέων πόλεων υπερπολυτελείας, σχεδιασμένων από το μηδέν, σε περιοχές που μέχρι πρόσφατα ήταν πρακτικά ακατοίκητες.
Το πιο εμβληματικό από αυτά ήταν το Neom, ένα μεγαλεπήβολο πρότζεκτ αξίας εκατοντάδων δισεκατομμυρίων ευρώ, το οποίο παρουσιάστηκε ως η «πόλη του μέλλοντος». Στο αρχικό του όραμα περιλάμβανε τη θρυλική πλέον The Line, μια γραμμική πόλη μήκους 170 χιλιομέτρων χωρίς αυτοκίνητα, την Trojena, ένα ορεινό θέρετρο-χιονοδρομικό κέντρο στην καρδιά της ερήμου με στόχο τη φιλοξενία των Ασιατικών Χειμερινών Αγώνων του 2029, και το Aquellum, ένα υπόγειο resort πολυτελείας ενσωματωμένο σε βραχώδεις σχηματισμούς κοντά στον Κόλπο της Άκαμπα.
Ωστόσο, η πραγματικότητα αποδείχθηκε πιο σκληρή από τα αρχικά renderings. Σύμφωνα με διεθνή οικονομικά μέσα, το Neom έχει πλέον «μειωθεί σημαντικά». Τα αλλεπάλληλα χρονοδιαγράμματα που δεν τηρήθηκαν, η εκτίναξη του κόστους και η τεχνική πολυπλοκότητα οδήγησαν τις σαουδαραβικές αρχές σε επανασχεδιασμό.
Εκτιμήσεις κάνουν λόγο για συνολικό κόστος που θα μπορούσε να ξεπεράσει ακόμη και το ένα τρισεκατομμύριο δολάρια, κάτι που ανάγκασε το κρατικό επενδυτικό ταμείο (PIF) να ανακατανείμει πόρους προς πιο «ρεαλιστικές» προτεραιότητες, όπως το Παγκόσμιο Κύπελλο Ποδοσφαίρου του 2034 και η Expo που θα φιλοξενηθεί στο Ριάντ.
Παρά τη συρρίκνωση του Neom ως ενιαίου οράματος, η Σαουδική Αραβία δεν εγκαταλείπει την τουριστική της στρατηγική. Αντίθετα, φαίνεται να μετατοπίζει το βάρος σε επιμέρους έργα που μπορούν να λειτουργήσουν άμεσα και να αποδώσουν. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η Sindalah, η πρώτη ολοκληρωμένη «ψηφίδα» του Neom που έχει ήδη εγκαινιαστεί.
Πρόκειται για ένα νησί 840.000 τετραγωνικών μέτρων στην Ερυθρά Θάλασσα, το οποίο μετατράπηκε από παρθένα γη σε προορισμό πολυτελείας, δημιουργώντας χιλιάδες θέσεις εργασίας και φιλοδοξώντας να υποδέχεται έως και 2.400 επισκέπτες ημερησίως τα επόμενα χρόνια.
Η Sindalah παρουσιάζεται από το Ριάντ ως κάτι περισσότερο από τουριστικό θέρετρο: ως πρότυπο «αναγεννητικού τουρισμού». Όλη η λειτουργία της βασίζεται σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, οι μετακινήσεις γίνονται αποκλειστικά με ηλεκτρικά και αυτόνομα οχήματα, ενώ τα ξενοδοχεία κατασκευάζονται με τοπικά, βιώσιμα υλικά.
Η υπόσχεση είναι σαφής: πολυτέλεια μηδενικού ανθρακικού αποτυπώματος, σε μια από τις πιο άνυδρες περιοχές του πλανήτη.
Η στρατηγική αυτή δείχνει και την προσαρμοστικότητα της σαουδαραβικής πολιτικής ηγεσίας. Ενώ το Neom ως ενιαίο, ουτοπικό σχέδιο μοιάζει να ξεθωριάζει, επιμέρους έργα-βιτρίνες συνεχίζουν να υλοποιούνται, εξυπηρετώντας τον βασικό στόχο: την ανάδειξη της Σαουδικής Αραβίας σε παγκόσμιο κόμβο πολυτελούς τουρισμού και επενδύσεων.
Ταυτόχρονα, η χώρα επενδύει τεράστια ποσά στη διεθνή προβολή της, με δαπάνες άνω του ενός δισεκατομμυρίου δολαρίων για κρατική διαφήμιση από το 2019.
Το ερώτημα που μένει ανοιχτό είναι αν αυτή η στρατηγική «επιλεκτικής υλοποίησης» μπορεί να υποκαταστήσει το αρχικό, ολιστικό όραμα του Neom ή αν θα καταγραφεί ως μια ακόμη απόδειξη των ορίων της αρχιτεκτονικής και οικονομικής μεγαλομανίας.
Προς το παρόν, η Σαουδική Αραβία συνεχίζει να χτίζει πόλεις πολυτελείας στη μέση της ερήμου, προσαρμόζοντας το όνειρο στις αντοχές του προϋπολογισμού και της πραγματικότητας.