Κλείνοντας στη φιάλη το τελώνιο του χρόνου
Ημουν παιδί και έφηβη τις δύο τελευταίες δεκαετίες του 20ού αιώνα, φοιτήτρια την πρώτη δεκαετία του 21ου, το 2025 με βρίσκει στο υποτιθέμενο μέσον της ζωής. Δύσκολο, όπως μου ζητήθηκε, να κάνω έναν απολογισμό αυτού του πρώτου τετάρτου του αιώνα που αλλάζει χρόνο με τον χρόνο, τόσο ραγδαία ώστε κι εγώ που αλλάζω μαζί του να πρέπει συχνά να κάνω απολογισμό του ίδιου του εαυτού μου. Θα αφήσω σε άλλους, σίγουρα πιο αρμόδιους από μένα, τα μεγάλα, ταραγμένα, ίσως και δυσοίωνα των καιρών μας, τον νέο συντηρητισμό, τη ροπή προς τα άκρα, την αυταρχική δημοκρατία, τις άλυτες εξισώσεις της μεταναστευτικής και κλιματικής κρίσης.
Αντ’ αυτών γράφω εδώ κάποιες σκέψεις για τη σχέση μας με τον χρόνο σήμερα. Σχέση που άλλαξε δραματικά τα τελευταία, ας πούμε, τριάντα χρόνια και που συμβάλλει, νομίζω, καίρια στον σημερινό διάχυτο νεοσυντηρητισμό. Κανείς δεν θα αρνηθεί ότι η ζωή και η νοοτροπία του δυτικού κόσμου γίνονται όλο και πιο χρηματοκεντρικές και ωφελιμιστικές. Το φαινόμενο μοιάζει τα τελευταία χρόνια να επιταχύνεται. Παρακινημένοι από τα πρότυπα της υψηλής επίδοσης, τον δαιμόνιο καπιταλισμό της ευζωίας αλλά και τους νέους ιερείς της, θεραπευτές, γυμναστές, κόουτς και κοσμοβελτιωτές κάθε είδους μοιράζουμε ωφέλιμα τον χρόνο μας ανάμεσα σε αυτοπραγμάτωση,
αυτοβελτίωση και προγραμματισμένη ψυχαγωγία. (Ισως άλλωστε αυτός ο καταναγκασμός της ευζωίας και των υψηλών επιδόσεων να εξωθεί πολλούς από εμάς σε μια απελπισμένη απόπειρα φτηνής εξέγερσης, στα περιθώρια της ημέρας μας. Μας εξωθεί να σπαταλούμε τον χρόνο μας, με τρόπους που και οι ίδιοι περιφρονούμε, στην άμετρη τηλεθέαση ή χρήση των social media. Αλλά οι άυλοι εθισμοί του σήμερα είναι θέμα για άλλο κείμενο).
Συγκρίνω τον τρόπο που χρησιμοποιούσαν τον χρόνο τους γύρω μας οι μεγάλοι τη δεκαετία του ’80 και τον τρόπο που μας μεγάλωναν, με τους σημερινούς τρόπους. Υπάρχει μια διάχυτη εμμονή με τον ωφέλιμο χρόνο σήμερα. Ο χρόνος πρέπει να αποφέρει κάποιο όφελος, υλικό ή άυλο, κάποιο κέρδος, βελτίωση ή πρόοδο. Αυτό καλύπτει σχεδόν τα πάντα στη ζωή μας. Τα σπίτια της παιδικής μας ηλικίας, ανοιχτά σε απροσχεδίαστες επισκέψεις φίλων των γονιών μας, τα διαδέχονται σήμερα καλοκουρδισμένα νοικοκυριά που σαν
ρολόγια χτυπούν τα δευτερόλεπτα γύρω από την άκρως επιστημονική ανατροφή των παιδιών. Ακόμα και το πώς αξιοποιούμε τον ελεύθερο
χρόνο μας επηρεάζεται από την εμμονή μας με το ωφέλιμο. Ο χρόνος που διαθέτουμε στην τέχνη έχει αλλάξει ακόμα πιο δραματικά. Η ψευδαίσθηση της υπερπολυτιμότητας του ελεύθερου χρόνου μας σήμερα πνίγει κάθε διάθεσή μας για οτιδήποτε πειραματικό. Δεν ξέρω πότε ακριβώς έγινε αυτή η αλλαγή στη σχέση μας με την τέχνη, προφανώς έγινε σταδιακά και ανεπαίσθητα καθώς γιγαντωνόταν μέσα
μας ο καταναγκασμός της αδιάλειπτης αυτοπραγμάτωσης, στο γύρισμα του αιώνα. Εμείς, τα τρισέγγονα των πρώτων θεατών του σαιξπηρικού θεάτρου που γύρω στα 1600 πλήρωναν τη διπλή τιμή για ένα καινούργιο, παντελώς άγνωστο έργο απ’ ό,τι για μια επανάληψη, εμείς τα τρισέγγονά τους λοιπόν πολύ συχνά θεωρούμε το δίωρο μιας παράστασης υπερβολικά πολύτιμο και δυσεύρετο για να διατεθεί σε κάτι πέρα από το κλασικό ή έστω πολυβραβευμένο ρεπερτόριο. Η αίσθηση ότι οφείλουμε να διαθέτουμε τον χρόνο μας σε πράγματα που, αν δεν αποφέρουν κέρδος, πρέπει τουλάχιστον να έχουν πάνω τους κάποια σφραγίδα κύρους και αίγλης, ώστε να συμβάλλουν στην αέναη ανέλιξή μας, οδηγεί μοιραία στον συντηρητισμό. Μετατρέπουμε το σπίτι μας σε ένα αδιάβατο φρούριο, είτε για να είμαστε 100%
αποδοτικοί είτε για να ακολουθήσει το παιδί μας κατά γράμμα το ωρολόγιο πρόγραμμα των εγχειριδίων ανατροφής τέκνων.
Είτε συρρικνώνουμε τη διά ζώσης επικοινωνία σε καλά προσχεδιασμένα ραντεβού κοιτώντας πρώτα τα κενά στην ατζέντα μας και ξεμαθαίνοντας εντελώς την παρόρμηση ή την άμεση ψυχική ανάγκη. Είτε διαθέτουμε χρόνο στην τέχνη, αφού πρώτα μας έχει διαβεβαιώσει η κλασικότητα ή η διασημότητα ότι η βραδιά μας δεν θα πάει χαμένη.
Το αποτέλεσμα είναι το ίδιο. Υψώνουμε ένα φράγμα ενάντια στο μόνο πράγμα που μας διαφοροποιεί από την τεχνητή νοημοσύνη: στο τυχαίο, στο ρίσκο, στο πείραμα, στο απροσχεδίαστο, στην περιπέτεια της ιδέας και στο απρόσμενο συναπάντημα. Στερημένοι απ’
όλα αυτά, κινδυνεύουμε να αναπαράγουμε από ‘δώ και πέρα παντού καθρέφτες του εαυτού μας. Από τον Μεσαίωνα και δώθε, τις μεγάλες σπρωξιές στην Ιστορία τις έδωσαν οι εγκληματίες και οι ιδιοφυείς. Ή οι ιδιοφυείς εγκληματίες. Αυτοί που αργότερα λατρευτικά τους ονομάσαμε Genius. Και οι δύο αυτές κατηγορίες ξόδευαν τον χρόνο τους με μεγάλο ρίσκο, χωρίς καν να έχουν τη σημερινή μας βεβαιότητα για υγεία και μακροημέρευση. Τα τζίνια της τυχαιότητας κυκλοφορούν αδέσποτα στον άμορφο, άγριο χρόνο που δεν δαμάσαμε ακόμα. Δεν λέω, η επίσκεψή τους μας ξεβολεύει. Και σήμερα κοντεύουμε να πιστέψουμε όλοι ειλικρινά σε μια διά βίου ολύμπια προσχεδιασμένη αταραξία. Ας σκεφτούμε ξανά αν όντως θέλουμε έναν κόσμο γεμάτο σφραγισμένες φιάλες, που θα έχει από καιρό ξεχάσει τη γεύση του απρόβλεπτου. Και θα έχει χάσει για πάντα τα σπάνια τιμαλφή του, αποθεώνοντας τα προγραμματισμένα αγαθά της ημερήσιας διάταξης.
← Επιστροφή στο μενού του αφιερώματος