Ο γνωστός άγνωστος Διογένης
Δεν έγραψε κανένα έργο που να έχει σωθεί ως τις μέρες μας ή, σύμφωνα με άλλες πηγές, δεν έγραψε τίποτα όσο ζούσε. Αφόδευε δημοσίως καθώς θεωρούσε ότι αφού δεν κρυβόμαστε όσο καθόμαστε στο τραπέζι, το ίδιο πρέπει να ισχύει κι όταν κάνουμε τη φυσική μας ανάγκη. Λάτρευε να κυνηγά τους Αθηναίους στην Αγορά με λεκτικά πειράγματα κι εκείνοι του έδωσαν το προσωνύμιο «σκύλος», ενώ ο Πλάτωνας τον είχε χαρακτηρίσει ως «Σωκράτη που είχε χάσει το μυαλό του». Και ήταν ίσως ο μοναδικός που καταδίκασε τη δουλεία σε ηθική βάση.
Είναι ο Διογένης. Ο φιλόσοφος του 4ου αι. π.Χ. που οι ιστορικοί τοποθετούν ως ηγετική μορφή της σχολής των Κυνικών που ίδρυσε ο Αντισθένης. Το ευρύ κοινό όμως τον γνωρίζει μέσα από τη διαβόητη συνάντησή του με τον Μέγα Αλέξανδρο, στον οποίο απάντησε νωχελικά να «κάνει λίγο στην άκρη, γιατί του κόβει τον ήλιο».
Την εικόνα του «απολύτως ανεξάρτητου, θαρραλέου απέναντι στην εξουσία και αυτάρκους με όσα η φύση προσφέρει απλόχερα στους ανθρώπους» Διογένη, απαλλαγμένη από παρεξηγήσεις, επιχειρεί να παρουσιάσει η καθηγήτρια κλασικών σπουδών του Πανεπιστημίου της Βιρτζίνια, Ινγκερ Κουίν, στο νέο της βιβλίο – βιογραφία για τον φιλόσοφο «Διογένης: Η επαναστατική ζωή και η επαναστατική φιλοσοφία του πρωτότυπου κυνικού» (εκδ. Basic Books). Κι αυτό διότι, όπως επισημαίνει η συγγραφέας, ο Διογένης «για πολύ καιρό δεν έχει αντιμετωπιστεί πραγματικά ως στοχαστής. Κατά τη γνώμη μου, αυτό είναι λάθος».
Μεγαλωμένος στη Σινώπη, στη σημερινή Βόρεια Τουρκία, τότε στα όρια του ελληνικού και του περσικού κόσμου, ο Διογένης εξορίστηκε από την πατρίδα του εξαιτίας ενός επεισοδίου που σχετιζόταν με τη νόθευση νομίσματος. Λέγεται μάλιστα ότι όταν ένας αγγελιαφόρος τού ανακοίνωσε ότι οι Σινωπείς τον είχαν καταδικάσει σε εξορία, εκείνος απάντησε ότι καταδίκαζε εκείνους να παραμείνουν στη Σινώπη.
Αναγκάστηκε να κινηθεί προς την Αθήνα – και αργότερα την Κόρινθο, ζώντας σε έναν πήλινο πίθο κοντά στην Αγορά. Αν και το προφίλ του θυμίζει απόλυτα, εκ πρώτης όψεως, έναν άστεγο των σύγχρονων μητροπόλεων, ο ασκητικός αυτός τρόπος ζωής ήταν συνειδητή επιλογή, στο πλαίσιο της επιδίωξης «της ζωής σύμφωνα με τη φύση».
Παράδοξα, αποσπασματικές και αμφιλεγόμενες ως προς την ακρίβειά τους αφηγήσεις που γράφτηκαν αιώνες μετά τον θάνατό του σε διάφορες βιογραφίες δημιούργησαν μια εικόνα φορτωμένη με υπερβολές, την οποία επιχειρεί να «καθαρίσει» η συγγραφέας «παρακολουθώντας» τον φιλόσοφο να θαυμάζει τη λιτότητα των Σπαρτιατών. Να αρνείται να διδάξει και να μη δέχεται μαθητές. Να αυνανίζεται δημοσίως. Να πρεσβεύει την αποφυγή πλούτου και πολυτέλειας, την πλήρη ελευθερία από τις κοινωνικές συμβάσεις και την αποφυγή κάθε εξάρτησης από άλλους ανθρώπους.
Αιχμάλωτος πειρατών
Ο πάμφτωχος Διογένης, που βρέθηκε και σε καθεστώς δουλείας αιχμάλωτος ως λεία πειρατών, παρατηρώντας ένα ποντίκι να τρέχει άσκοπα δεξιά κι αριστερά, διέκρινε την αλήθεια της φύσης και τη ματαιότητα των κοινωνικών συμβάσεων, συμπεριλαμβανομένων των ταμπού κατά του κανιβαλισμού και της αιμομιξίας.
Η Κουίν αναζητεί τον Διογένη όχι με λυχνάρι – όπως λέγεται για τον φιλόσοφο, ότι περιφερόταν στους δρόμους της Αθήνας κρατώντας ένα λυχνάρι και αναζητώντας έναν έντιμο άνθρωπο – αλλά με προβολέα, προσπαθώντας να εντοπίσει την επιρροή του από τον χριστιανισμό έως τη Γαλλική Επανάσταση, ακόμη και όπου είναι εξαιρετικά δύσκολο να τη διακρίνει κάποιος. Ο δε υπότιτλος του βιβλίου της αποδίδει στον Διογένη μια «επαναστατική φιλοσοφία». Πρόκειται για έναν μεγαλόπνοο ισχυρισμό που έρχεται σε αντίθεση με πρόσφατες επιστημονικές προσεγγίσεις, σημειώνει στην κριτική παρουσίαση της έκδοσης ο συγγραφέας και κριτικός Τζέιμς Ρομ στην εφημερίδα «Wall Street Journal». «Οι προσπάθειές της να ανυψώσει τον Διογένη στα ανώτερα κλιμάκια του ελληνικού πνευματικού πανθέου είναι ευρηματικές, αλλά τελικά μη πειστικές και, κατά στιγμές, παραπλανητικές», καταλήγει.