Ορφανός βρασμός
Αυτό συμβαίνει; Ενας ορφανός βρασμός στη σβηστή εστία της πολιτικής κουζίνας; Η «Πολίτικη κουζίνα» του Τάσου Μπουλμέτη με 1.300.000 εισιτήρια θεωρείται η πιο εμπορική ελληνική ταινία όλων των εποχών (αν και ο Νίκος Φώσκολος ισχυριζόταν ότι η «Υπολοχαγός Νατάσσα» είχε φτάσει τα 2 εκατομμύρια εισιτήρια). Η ταινία του Μπουλμέτη ή το «Λούφα και παραλλαγή» του Περάκη κ.ά. ήρθαν το τελευταίο διάστημα στο φως, όχι ακριβώς για την αισθητική τους, αλλά ως συνάρτημα της διχογνωμούσας κειμενογραφίας πάνω στην εμπορικά ορμητική ταινία του Γιάννη Σμαραγδή «Καποδίστριας». Με την τελευταία, η πολιτική μπήκε ακόμα μία φορά στη σφαίρα του κινηματογράφου, ενώ επί πολλά χρόνια συμβαίνει και το αντίθετο. Μπήκε όμως από το πλαϊνό παράθυρο της αιώνιας εθνικής αντιδικίας για την ιστορική παραποίηση έναντι της επιστήμης της Ιστορίας. Το κάθε στρατόπεδο διαθέτει τη δική του αίσθηση «παραποίησης» και τη δική του πεποίθηση «επιστημονικής» ιστορίας.
Το σινεμά και οι τέχνες γενικότερα έμπαιναν στον χώρο της πολιτικής, συνήθως λόγω των πεποιθήσεων των δημιουργών ή λόγω των αφηγηματικών στοιχείων, και όχι λόγω των ιδεολογικών, αισθητικών, συγκροτησιακών, συνθετικών χαρακτηριστικών των έργων. Το έργο συνήθως είναι ταυτισμένο με την κομματική, πολιτική ένταξη του δημιουργού και έτσι ερμηνεύεται. Είναι όμως ενδιαφέρον: ο Παντελής Βούλγαρης έχει ταξινομηθεί στην Αριστερά και ακριβώς γι’ αυτό επικρίθηκε για την ταινία του «Ψυχή βαθιά», ως μη λαμβάνων σαφή θέση ανάμεσα στα στρατόπεδα του Εμφυλίου. Κατηγορήθηκε από την αριστερή πλευρά ως ουδέτερος. Σε μια ανεστραμμένη συμμετρία, όταν η ταινία του «Το τελευταίο σημείωμα» προβλήθηκε παράλληλα με τον «Καζαντζάκη» του Σμαραγδή (ο οποίος, ως γνωστόν, έχει ταξινομηθεί στον συντηρητικό χώρο), κέρδισε κατά κράτος στις κριτικές αποτιμήσεις. Υποπτεύομαι όμως ότι αν «Το τελευταίο σημείωμα» συμπροβαλλόταν με τον πιο ριζοσπαστικά αριστερό Κεν Λόουτς και όχι τον Σμαραγδή, ίσως να επικρίνονταν ή να μεγαλοποιούνταν πιθανά εκφραστικά προβλήματα της ταινίας.
Αυτό που ονομάζεται κλίμα (μια γενικόλογη αλλά σαφής περιγραφή του ιδεολογικού, πολιτικού και κοινωνικού περιβάλλοντος) ορίζει τις τάξεις και τις πολιτικές ταυτότητες, τις ταξινομήσεις και τις αισθητικές ποιότητες. Τα κοινωνικά συμφραζόμενα μπορεί να λειτουργήσουν είτε ενισχυτικά (όπως στην περίπτωση του «Τελευταίου σημειώματος») είτε αποδυναμωτικά (όπως στην περίπτωση της ταινίας «Ψυχή βαθιά»). Πολύ συχνά, ταινίες μεγάλης αξίας αδικήθηκαν από την ιστορική σύμπτωση. Λάθος χρόνος, λάθος χώρος.
«Η μορφή του αφηγήματος χαρακτηρίζεται κυρίως από δύο ικανότητες: την ικανότητα να διαστέλλει τα σημεία του, κατά τη διάρκεια της ιστορίας, και την ικανότητά του να εντάσσει μέσα στις στρεβλώσεις αυτές απρόβλεπτες επεκτάσεις. Οι δύο αυτές ικανότητες εμφανίζονται ως ελευθερίες, το “ίδιον” όμως του αφηγήματος είναι ακριβώς ότι συμπεριλαμβάνει αυτές τις “παρεκκλίσεις” στη γλώσσα του», λέει ο Μπαρτ*, επεκτείνοντας τον Βαλερί.
Οι αποτιμήσεις πρέπει να είναι πιο ευρύχωρες, συμπεριλαμβάνοντας και την πιθανότητα του κριτικού λάθους ή του υποκειμενισμού. Οχι για λόγους αισθητικού πολιτικαντισμού, αλλά για τους λόγους που ιχνογράφησε στο απόσπασμα ο Μπαρτ, όπως και αρκετοί σημειολόγοι.
Ο Δημήτρης Σεβαστάκης είναι ζωγράφος και καθηγητής στη Σχολή Αρχιτεκτόνων Μηχανικών του ΕΜΠ
* Roland Barthes, «Εικόνα – Μουσική – Κείμενο», πρόλογος Γ. Βέλτσος, μτφ. Γ. Σπανός, εκδ. Πλέθρον, 2001