«Ρέκβιεμ για το τέλος του έρωτα»: Η βαρύτητα και η χάρη
Φίλοι που αποδεκατίστηκαν στην κρεατομηχανή της αρρώστιας. Πρόσωπα που φιλήθηκαν φευγαλέα, σώματα που ενώθηκαν για μια ζωή σβήνοντας τελικά από τη σκιά του θανάτου. Συγγενείς που αποχαιρετήθηκαν κρατώντας για το τέλος την ύψιστη μορφή ευσέβειας: το ράντισμα του γυμνού σώματος και τη μεταφορά του ενός στα χέρια του άλλου. Η αιώνια και καθημερινή Πιετά της ύπαρξής μας.
Ο αόρατος θίασος ήταν εκεί: στη μεγάλη κλίμακα του «Ρέκβιεμ για το τέλος του έρωτα» μαζί με τους 50 χορευτές και τη χορωδία. Σε ένα αδιόρατο αντικαθρέφτισμα όπου οι κινήσεις των τελευταίων συντονίζονται με τις αναμνήσεις και τις προβολές των θεατών. Ολα ξεκινούν με τον ήχο μιας καμπάνας – για όλους χτυπούσε – και τη χειραψία δύο φίλων εν όπλοις (σαν τη «δεξίωση» των επιτύμβιων στηλών, όπου ο ζωντανός σφίγγει το χέρι του πεθαμένου). Θα στάξουν αίμα από τις παλάμες τους και θα γεμίσουν το διάφανο κύπελλο σε μια εικονογράφηση σπονδής. Κι ύστερα θα ανεβούν στην κλίμακα. Από μια ρωγμή του Σύμπαντος 50 ανδρικά σώματα θα αρχίσουν να πέφτουν ξανά και ξανά πάνω στις σκάλες μεγεθύνοντας την αίσθηση της ματαιότητας. Είμαστε ριγμένοι μέσα σε έναν κόσμο ξένο, όπου καραδοκολυν η φθορά και η διάλυση. Οι νεκροί είναι μια στατιστική που επαναλαμβάνεται και τους καταμετρά η μαμή της Ιστορίας.
Η παράσταση, το ξέρουμε τώρα πια, ξεκίνησε ως μια «χειρονομία» προς τον χαμένο κόσμο του 1995, όταν η αποσιώπηση για τον θάνατο των ομοφυλόφιλων ανδρών απ’ το AIDS επισκίαζε ακόμη και το ίδιο το γεγονός της απώλειάς τους. Ο Δημήτρης Παπαϊωάννου έστησε τη δική του «δεξίωση» για τους νεκρούς σε μια επιτύμβια στήλη που πλέον αποκτούσε το υπερμέγεθες σχήμα ενός μνημείου πεσόντων. Η εικονοποιία του στο «Ρέκβιεμ» αποτελεί έναν φόρο τιμής σε όσους χάθηκαν και μια υπόμνηση για τη βία του αφανισμού που απλώς υπάρχει – χωρίς να αναρωτιόμαστε γιατί. Ο θάνατος καραδοκεί σε κιαροσκούρο – και η σπουδή του ανθρώπινου σώματος αντλεί από τη «Σχεδία» του Ζερικό και τον Καραβάτζο, όπου η θρησκευτικότητα συναντάει τον αισθησιασμό. Ταπεινό και ιερό, σάρκινο και υπερβατικό συμβιώνουν στην ίδια κλίμακα. Σώματα τακτικά εριμμένα σε ένα αέναο σπιράλ θανάτου. Οδηγούνται σαν ανθρώπινα σκουπίδια – ή σαν ανάμνηση από τους θαλάμους αερίων – στο χάος που χάσκει. Την ίδια στιγμή ο μοναχικός φίλος ανεβαίνει τη σκάλα του Σίσυφου. Τη σκάλα του «Θωρηκτού Ποτέμκιν» στην Οδησσό. Τη δαντική οδό προς την Κόλαση («Αφήστε κάθε ελπίδα όσοι εισέρχεστε εδώ»). Το μνημείο χτίζεται και τελειοποιείται την ώρα του συλλογικού πένθους. Ο φίλος ανεβαίνει για όσους έσβησαν, αλλά η ανάμνησή τους ζει. Γυμνά σώματα «ξεγεννιούνται» από τα παλιά κουρέλια. Οι ασθενείς σηκώνουν τα κρεβάτια τους και περπατάνε. Ανεβαίνουν την κλίμακα που οδηγεί στην πτώση. Οπως θα το ήθελε ο Ηράκλειτος, απ’ τους πρώτους χρησμοδότες της ύπαρξής μας: Οδός άνω και κάτω μια και αυτή. Η βαρύτητα της γήινης σάρκας μετατρέπεται την ίδια στιγμή σε κάτι απρόσμενα ανάλαφρο. Ανάμεσα στον τόσο θάνατο, ένα μετείκασμα της τέχνης.
Η μουσική
Η μουσική του Γιώργου Κουμεντάκη, κυκλική στη σύλληψή της, μοιάζει να γεννάει τις εικόνες. Ξεκινάει από τον μακρινό πολικό αστέρα του Μότσαρτ και του δικού του «Ρέκβιεμ». Δανείζεται την ανδρική χορωδία από τον ορθόδοξο λειτουργικό κύκλο, αλλά βασίζεται στην ποίηση ενός σπάνιου και εν πολλοίς ξεχασμένου δημιουργού. Στο επίκεντρο του λόγου ο «Lazarus» του Δημήτρη Καπετανάκη, ο οποίος πέθανε το 1944 από λευχαιμία σε ηλικία 32 ετών. Μια άλλη απώλεια από την ασθένεια που επίσης δεν κατονομαζόταν, όπως το AIDS:
Ο χτύπος αυτός σημαίνει θάνατο.
Τον είχ’ ακούσει και άλλη μια φορά πριν,
καθώς αγωνιζόμουν να θυμηθώ ένα πράγμα,
που φώναζα στον πυρετό μου
για βοήθεια, βοήθεια
Ολοι θα ήθελαν να φωνάξουν για βοήθεια μπροστά στους ολετήρες του νέου συντηρητισμού, της φονικής αβεβαιότητας και του alt right αφανισμού. Αλλά πάνω στη σκηνή υπάρχει μόνο ο Αδης και το τρομερό σπήλαιο του ανθρώπινου πόνου. Η προσδοκώμενη σωτηρία δεν θα έρθει ούτε από την ομορφιά ούτε από τη δύναμη, καθώς αποτελεί ατομική υπόθεση. Διόλου τυχαία, στην καταληκτήρια σκηνή τα ανδρικά σώματα πέφτουν πάνω στο τραπέζι ενός αδειανού Μυστικού Δείπνου, ο οποίος ολοκληρώθηκε πρόωρα. Πάνω του θα πέφτουν κατά κύματα οι νεκροί αφήνοντας τον επιθανάτιο γδούπο –μια εικόνα που ο Παπαϊωάννου σκηνοθετεί ενδιαμέσως στο «2» και το «Πουθενά».
To Υψηλό και το Ωραίο
Στα 40 λεπτά που διαρκεί το «Ρέκβιεμ για το τέλος του έρωτα» το βλέμμα καθαρίζει από τα ψηφιακά μαλάματα της εποχής και εστιάζει στα απολύτως απαραίτητα. Ρουφάει μπροστά του το μεγαλειώδες, το αόριστο και συχνά το τρομακτικό (το κατά Λογγίνο «Υψηλό»). Αλλά και την αγωνία, τη λεπτότητα και τη χάρη (το «Ωραίο»), χωρίς τον φόβο του εξωραϊσμού ή της αισθητικοποίησης. Το «Ρέκβιεμ» – και όλα τα «Ρέκβιεμ» της τέχνης – μπορούν να λειτουργήσουν έτσι ως αντίδοτο στην κοινοτοπία, την κυνικότητα και τον αισθητικό σχετικισμό.
Τελικά, οι νεκροί μλας ανήκουν. Η κοινότητα των θεατών που μένει πίσω – και θα μπορούσε να βρίσκεται στη θέση των «απέναντι» – κρατιέται από την ανάμνηση. «Ενα παρθένο δάσος σκοτωμένων φίλων το μυαλό μας». Θέλει να κρατήσει ζωντανούς όσους έφυγαν. Θέλει να γίνουν η φωτογραφία πάνω στο τραπέζι, το στιγμιότυπο σε μια παράσταση. Και μέσω της μνήμης, του συναισθηματικού αρχείου, της επανάληψης, της αναδίφησης, να τους «ξαναγεννήσει» ως ανθρώπους. Η Εθνική Λυρική Σκηνή απέκτησε για το δικό της αρχείο μια παραβολή που θα την ακούμε γλυκότερα και στο μέλλον. Γιατί δεν υπάρχει τίποτε πιο ανθρώπινο από τη θέα του ανήμπορου γυμνού σώματος και τις στιγμές σιωπής την ώρα που το αποχαιρετάμε αυτοβιογραφούμενοι. Τότε που «είναι καιρός να πούμε τα λιγοστά μας λόγια γιατί η ψυχή μας αύριο κάνει πανιά».
Αν το 1995 η σιωπή ήταν επώδυνη για τα θύματα του AIDS, το 2026 η αποσιώπηση μεγεθύνεται. Λίγο να κρατήσει κανείς την ανάσα του και θα ακούσει σώματα να πέφτουν με γδούπο σε μια γωνιά της αδιαφορίας μας. Σώματα που χάνονται στο έρεβος ενός κρεβατιού. Φίλοι, συγγενείς κι εραστές που καταλήγουν ένας σάκος χωρίς άγγιγμα. Μόνοι τους πάνω σ’ έναν πάγκο. Στο Μπέργκαμο, στις ελληνικές ΜΕΘ, στο Ντονέτσκ, στη Γάζα.
ΥΓ. Εως και προσωπική υπέρβαση μπορεί να χαρακτηριστεί η συμμετοχή του Θεόδωρου Κουρεντζή ως διευθυντή ορχήστρας σε μια παράσταση που, εκτός άλλων, αποτυπώνει τον όπου γης θάνατο χωρίς λύτρωση. Υπέρβαση σε σχέση με μια πρόσφατη θέση του ίδιου: «Πιθανώς να μη βρίσκομαι στη σωστή πλευρά της Ιστορίας. Δεν ξέρω ποια είναι αυτή. To GPS μου δεν μπορεί να τη βρει» («Spiegel», 13/4/2025). Ισως να μπορέσει ύστερα από το «Ρέκβιεμ».