Κλασικό ή οδυνηρά μοντέρνο;
Τέτοια μέρα, πριν από 125 χρόνια, ο Κονσταντίν Στανισλάφσκι είχε γενική δοκιμή στο Θέατρο Τέχνης της Μόσχας. Την επομένη θα έκαναν πρεμιέρα με το ολοκαίνουργιο, τότε, έργο του Αντον Τσέχοφ «Οι τρεις αδελφές» όπου ο ίδιος μάλιστα θα έπαιζε τον ρόλο του αντισυνταγματάρχη Βερσίνιν. Είχε προηγηθεί μία μεγάλη παρεξήγηση που, παρ’ ολίγον, θα ακύρωνε την παράσταση και θα έστελνε το έργο στα σκουπίδια. Ο Τσέχοφ πίστευε ότι είχε γράψει μια κωμωδία, στην πρώτη όμως ανάγνωση, τα μέλη του θιάσου άρχισαν να συγκινούνται, να δακρύζουν λες και τους διάβαζε ένα δράμα. Ο συγγραφέας θύμωσε, απογοητεύθηκε, πίστεψε ότι κάπου υπήρχε ένα τεράστιο λάθος, ότι άλλο ήθελε να γράψει και άλλο του βγήκε και ότι το καλύτερο θα ήταν να το αποσύρει και να το καταστρέψει. Ο Στανισλάφσκι τον έπεισε να αλλάξει γνώμη και κάπως έτσι διασώθηκε ένα από τα σημαντικότερα έργα του παγκόσμιου ρεπερτορίου και ίσως το πιο πολυπαιγμένο διεθνώς.
Τι είναι όμως αυτό που το κάνει τόσο διαχρονικό αλλά και τόσο αγαπητό στο κοινό; Στη χώρα μας, για παράδειγμα, ανεβαίνει κάθε δύο-τρία χρόνια και πάντα σχεδόν με πολύ μεγάλη επιτυχία (η τελευταία παράσταση σε σκηνοθεσία της Μαρίας Μαγγανάρη στο Εθνικό Θέατρο ήταν για τρία χρόνια sold out). Είναι η δύναμη του κλασικού ή μήπως η αίσθηση του μέσου θεατή ότι αυτό το έργο γράφτηκε ειδικά για εκείνον; Οτι, με κάποιον τρόπο, ο Τσέχοφ προέβλεψε και περιέγραψε τη δική του ζωή; Οτι κάποιο λάθος έγινε και δεν πρόκειται για μια επαρχιακή πόλη της Ρωσίας, αλλά για τα Τρίκαλα, τη Βόνιτσα, ένα χωριό στην Πελοπόννησο, μία συνοικία της Αθήνας. Οτι κεντρικά πρόσωπα δεν είναι η Ολγα, η Μάσα, η Ιρίνα Πραζόροφ, αλλά εκείνη η γυναίκα που είναι δημόσιος υπάλληλος και μετράει τη ζωή της με οκτάωρα, το Μαράκι που ασφυκτιά στον γάμο της, η Ειρήνη που ήθελε να γίνει τηλεπαρουσιάστρια και κατέληξε να σερβίρει διπλοβάρδια σε καφετέρια, αλλά και ο κάθε Θανάσης, Μιχάλης, Δημήτρης που κάθε τόσο υποχρεώνονται να «εκποιήσουν» και ένα όνειρο από αυτά που έκαναν όταν πήγαιναν στο Πανεπιστήμιο.
Στις «Τρεις αδελφές» του 1901, οι άνθρωποι του 2026 βρίσκουμε ένα κομμάτι του εαυτού μας. Ή και όλη τη ζωή τους. Διότι σε αυτό το έργο δεν συμβαίνει τίποτα συνταρακτικό, κανένα μεγάλο δράμα και η τραγικότητα αναδύεται μέσα από αυτήν ακριβώς τη στασιμότητα. Δεν είναι περιπέτεια, πρόκειται για μία «φέτα ζωής». Οπου τα σημαντικά είναι αυτά που δεν λέγονται, αυτά που αποσιωπώνται ή υπονοούνται. Και ό,τι πυροδοτεί την υπόθεση έχει συμβεί ήδη στην πρώτη πράξη ή μένει μετέωρη μετά το τέλος του έργου. Στις «Τρεις αδελφές» δεν υπάρχει κεντρικός ήρωας, όλοι οι χαρακτήρες συμβάλλουν στη διαμόρφωση της δραματουργίας, ενώ ο καθένας ζει παράλληλα το δικό του εσωτερικό δράμα. Οπως ακριβώς συμβαίνει και στην πραγματικότητα.
Επηρεασμένη ίσως από την πραγματικότητα θεωρώ ότι οι «Τρεις αδελφές» θα μπορούσαν να είναι οι εργάτριες της «Βιολάντα», οι φίλαθλοι του ΠΑΟΚ που σκοτώθηκαν στη Ρουμανία. Ολοι αυτοί που ονειρεύονται να «αποδράσουν», έστω και από λίγο, από μία σύμβαση, που ακόμη και όταν ξέρουν ότι δεν πρόκειται να πραγματοποιήσουν το όνειρό τους, το ότι το συντηρούν τους δίνει δύναμη. Οι άνθρωποι που η σημαντικότητα της ζωής τους αναδείχθηκε μέσα από τον θάνατό τους.
Η Ολγα, η Μάσα και η Ιρίνα στην Ελλάδα
Στη χώρα μας οι «Τρεις αδελφές» παρουσιάστηκαν για πρώτη φορά το καλοκαίρι του 1932 σε σκηνοθεσία Σπύρου Μελά με την Κυβέλη, την Αλίκη και τη Μιράντα στους κεντρικούς ρόλους. Εκτοτε έχουν ανεβεί πάρα πολλές φορές και ο κάθε σκηνοθέτης τις βλέπει από άλλη «γωνία». Εχω δει τρεις αδελφές, όλες πάνω από πενήντα ετών, με ρούχα σύγχρονα, σε απολύτως λιτά έως υπερφορτωμένα σκηνικά. Ξεχωρίζω την παράσταση του Δημήτρη Τάρλοου όπου οι εμβόλιμοι ελληνικοί στίχοι από ποιήματα και τραγούδια τόνιζαν την «απεραντοσύνη» τους.