Οι τρεις μεγάλες προκλήσεις για τον νέο πρόεδρο της Fed
Ως μέλος του διοικητικού συμβουλίου της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ τα προηγούμενα χρόνια, ο Κέβιν Γουόρς ήταν γνωστός ως «γεράκι» νομισματικής πολιτικής, ανησυχώντας για τον πληθωριστικό αντίκτυπο των επιλογών νομισματικής πολιτικής της Fed μετά την παγκόσμια οικονομική κρίση του 2008, ακόμη και όταν η ανεργία ήταν υψηλή και ο πληθωρισμός δεν αποτελούσε πρόβλημα.
Ο Γουόρς έφτασε στο σημείο να παραιτηθεί από το διοικητικό συμβούλιο της Fed το 2011 σε ένδειξη διαμαρτυρίας για το πρόγραμμα ποσοτικής της χαλάρωσης, που αφορούσε κυρίως την αγορά τεράστιων ποσοτήτων κρατικών ομολόγων για τη διατήρηση των επιτοκίων σε χαμηλότερα επίπεδα.
Τώρα ο Γουόρς εμφανίζεται να έχει και στοιχεία «περιστεριού», αφού δείχνει να συμφωνεί με τον Ντόναλντ Τραμπ, τον υπουργό Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ και τα μέλη της Fed Στίβεν Μίραν και Κρίστοφερ Γουόλερ ότι τα επιτόκια θα πρέπει να είναι χαμηλότερα, παρόλο που ο πληθωρισμός παραμένει πάνω από τον στόχο του 2% της κεντρικής τράπεζας.
Παρ’ όλα αυτά, ένα πράγμα δεν έχει αλλάξει. Ο Γουόρς δείχνει να παραμένει αντίθετος με το να ρίχνει η Fed τεράστια ποσά ρευστότητας στην αγορά ομολόγων, όπως σχολίαζε σε ανάλυσή του το Reuters. Πρόκειται για την πολιτική να διατηρεί η Fed έναν «φουσκωμένο ισολογισμό», όπως περιγράφουν την πρακτική αυτή οικονομολόγοι.
Μόλις τον Οκτώβριο ο Γουόρς δήλωνε στο Fox Business ότι η Fed θα πρέπει να «απελευθερώσει ποσά από τον ισολογισμό, να αποσύρει χρήματα από τη Wall Street». Αυτή είναι και η μία από τις μεγάλες τρεις προκλήσεις που θεωρείται ότι θα αντιμετωπίσει εάν λάβει τελικά το τελικό πράσινο φως από το Κογκρέσο – όπως αναμένεται να γίνει εκτός απροόπτου – και διαδεχτεί τον Τζερόμ Πάουελ στην προεδρία της Fed. Η θητεία του τελευταίου λήγει τον Μάιο.
Οι τρεις προκλήσεις
Ο Κέβιν Γουόρς έχει περάσει μεγάλο μέρος των τελευταίων 15 ετών επικρίνοντας την Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ ότι έχει γίνει τεράστια σε μέγεθος δαπανών, για κακή διαχείριση του πληθωρισμού και για κίνδυνο ως προς την ανεξαρτησία της, σχολίαζε η «Wall Street Journal».
Τώρα, αντιμετωπίζει τρεις προκλήσεις μετά την αναμενόμενη διαδοχή του Τζερόμ Πάουελ. Πρώτον, να μειώσει σημαντικά τον ισολογισμό της Fed χωρίς να αναστατώσει τις αγορές. Δεύτερον, να μειώσει τον πληθωρισμό στο 2% και να τον διατηρήσει εκεί. Τρίτον, να το κάνει αυτό χωρίς να συγκρουστεί με τον Τραμπ, κάτι που θα έθετε σε κίνδυνο την ανεξαρτησία της κεντρικής τράπεζας. Ολα αυτά θα είναι πιο δύσκολα από ό,τι φαίνεται σήμερα, ανέφερε η αμερικανική εφημερίδα.
Το παρελθόν στη Fed
Ως μέλος του διοικητικού συμβουλίου της Fed από το 2006 έως το 2011, ο Γουόρς συνεργάστηκε με τον τότε πρόεδρό της Μπεν Μπερνάνκι για την αντιμετώπιση της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης, ως ενδιάμεσος στις κρίσιμες επαφές μεταξύ της κεντρικής τράπεζας και της Wall Street.
Παραιτήθηκε λόγω του προγράμματος μεγάλης ποσοτικής χαλάρωσης (QE) από τον Μπερνάνκι – της αγοράς κρατικών ομολόγων αξίας τρισεκατομμυρίων δολαρίων, που πληρώθηκαν με την αύξηση των αποθεματικών. Αυτό έχει χαρακτηριστεί και ως «τύπωμα χρήματος». Μεταξύ 2008 και 2022 τα περιουσιακά στοιχεία της Fed στον ισολογισμό της αυξήθηκαν από 900 δισεκατομμύρια σε 9 τρισεκατομμύρια δολάρια. Εκτοτε έχουν μειωθεί στα 6,6 τρισεκατομμύρια δολάρια.
Η ποσοτική χαλάρωση είχε ως στόχο να συγκρατηθούν τα επιτόκια σε χαμηλά επίπεδα μετά την οικονομική κρίση του 2008 και την πανδημία του Covid. Ο Γουόρς, ωστόσο, θεωρεί ότι οι μεγάλες αγορές ομολόγων από τη Fed έχουν ενθαρρύνει την ομοσπονδιακή κυβέρνηση των ΗΠΑ να διατηρεί μεγάλα ελλείμματα.
Κάθε φορά που η Fed δρα αναλόγως, «περισσότερο χρέος συσσωρεύεται… περισσότερο κεφάλαιο κατανέμεται λανθασμένα… περισσότερα θεσμικά όρια διαπερνιούνται», είχε προειδοποιήσει ο 55χρονος σήμερα Γουόρς πέρυσι την άνοιξη. Η Fed, υποστηρίζει, πρέπει να αφήνει μικρότερο αποτύπωμα στην οικονομία. Ο υπουργός Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ, ο οποίος ηγήθηκε της αναζήτησης για την προεδρία της Fed, συμφωνεί. Μένει να φανεί τώρα πώς θα εφαρμόσει όσα πιστεύει και πώς θα αναδιαρθρώσει, όπως λέει, την Ομοσπονδιακή Τράπεζα.
Οι μεγάλες διασυνδέσεις
Δεν είναι μόνο οι δεσμοί με τη Wall Street που έχει σφυρηλατήσει ο Γουόρς κατά τη διάρκεια της καριέρας τεσσάρων δεκαετιών, που ξεκίνησε το 1995 ως επενδυτικός τραπεζίτης στη Morgan Stanley. Το 2002 εντάχθηκε στην κυβέρνηση του Τζορτζ Μπους του νεότερου ως οικονομικός σύμβουλος. Την ίδια χρονιά ο γάμος του με την Τζέιν Λόντερ, μέλος της οικογένειας των δισεκατομμυριούχων πίσω από την αυτοκρατορία καλλυντικών Estée Lauder, ενίσχυσε τους δεσμούς του με το ρεπουμπλικανικό κατεστημένο, σχολίαζαν για αυτόν οι «Financial Times». Ο πατέρας της, Ρόναλντ, ο οποίος έχει στενές σχέσεις με τον Τραμπ, ήταν ο πρεσβευτής των ΗΠΑ στην Αυστρία υπό τον Ρόναλντ Ρίγκαν.
Η επιλογή του από τον Μπους ως μέλους του διοικητικού συμβουλίου της Fed το 2006 έκανε τον τότε 35χρονο Γουόρς το νεότερο μέλος στη θέση αυτή. Επίσης ο Γουόρς, ο οποίος έχει σπουδάσει στα Πανεπιστήμια Στάνφορντ και Χάρβαρντ, είχε μπει από νωρίς στο ραντάρ του Τραμπ. Ο τελευταίος είχε σκεφτεί να τον προτείνει για πρόεδρο της Fed το 2017, πριν επικρατήσει ο Πάουελ. Μετά την εκλογική νίκη του Τραμπ το 2024, ο Γουόρς ήταν επίσης υποψήφιος για τον ρόλο του υπουργού Οικονομικών των ΗΠΑ, θέση την οποία πήρε τελικά ο Σκοτ Μπέσεντ. Συνέχισε να κερδίζει στην πορεία θαυμαστές εντός της κυβέρνησης Τραμπ επειδή πίεσε για «θεμελιώδη μεταρρύθμιση» της Ομοσπονδιακής Τράπεζας, η οποία, όπως πίστευε, είχε υπερβεί την εντολή της, ανέφεραν οι πηγές των «FT».