Το «ηθικό» επιχείρημα υπέρ του ευρωπαϊκού επανεξοπλισμού
«Γράφουμε σήμερα όχι απλώς ως επικεφαλής των ενόπλων δυνάμεων δύο από τις ευρωπαϊκές χώρες με τις υψηλότερες στρατιωτικές δαπάνες, αλλά ως φωνές μιας Ευρώπης που πρέπει πλέον να αντιμετωπίσει δυσάρεστες αλήθειες σχετικά με την ασφάλειά της»: μια πρωτοφανή έκκληση προς τους πολίτες να αποδεχθούν το «ηθικό» επιχείρημα υπέρ του επανεξοπλισμού και να προετοιμαστούν για το ενδεχόμενο πολέμου με τη Ρωσία απηύθυναν από κοινού οι ανώτατοι στρατιωτικοί ηγέτες της Βρετανίας και της Γερμανίας.
Ο πτέραρχος Ρίτσαρντ Νάιτον, αρχηγός των βρετανικών ενόπλων δυνάμεων, και ο στρατηγός Κάρστεν Μπρόιερ, επικεφαλής της γερμανικής άμυνας, υποστηρίζουν ότι η στρατιωτική στάση της Ρωσίας έχει «μετατοπιστεί αποφασιστικά προς τα δυτικά» και ότι απαιτείται μια «ποιοτική τομή» στην ευρωπαϊκή άμυνα και ασφάλεια. Σε κοινό άρθρο τους που δημοσιεύθηκε στη βρετανική «Guardian» και στη γερμανική «Die Welt» στον απόηχο της Διάσκεψης του Μονάχου για την Ασφάλεια, οι δύο στρατιωτικοί σημειώνουν ότι έχουν καθήκον «να εξηγήσουν τι διακυβεύεται, ώστε το κοινό να κατανοήσει γιατί το Ηνωμένο Βασίλειο και η Γερμανία έχουν δεσμευθεί στις μεγαλύτερες διαρκείς αυξήσεις αμυντικών δαπανών από το τέλος του Ψυχρού Πολέμου».
«Υπάρχει μια ηθική διάσταση σε αυτή την προσπάθεια», γράφουν. «Ο επανεξοπλισμός δεν είναι πολεμοκαπηλία· είναι η υπεύθυνη στάση εθνών που είναι αποφασισμένα να προστατεύσουν τους πολίτες τους και να διαφυλάξουν την ειρήνη».
Σημαντικό τμήμα των ψηφοφόρων στη Βρετανία και τη Γερμανία εμφανίζεται απρόθυμο να αποδεχθεί οικονομικές θυσίες στο όνομα του επανεξοπλισμού, παρότι και στις δύο χώρες η πλειοψηφία θεωρεί πιθανό το ξέσπασμα ενός Γ΄ Παγκοσμίου Πολέμου μέσα στην επόμενη πενταετία.
«Εάν η Ρωσία θεωρήσει την Ευρώπη ως αδύναμη ή διχασμένη, ενδέχεται να αποθρασυνθεί και να επεκτείνει την επιθετικότητά της πέρα από την Ουκρανία», σημειώνουν οι Νάιτον και Μπρόιερ. «Η Ιστορία μάς διδάσκει ότι η αποτροπή αποτυγχάνει όταν οι αντίπαλοι διαπιστώνουν έλλειψη ενότητας και αδυναμία. Γνωρίζουμε ότι η ρωσική επιθετικότητα και οι προθέσεις της υπερβαίνουν το ουκρανικό μέτωπο».
Υιοθετώντας μια φρασεολογία που έχει χρησιμοποιηθεί και από κυβερνητικά στελέχη, οι δύο στρατιωτικοί ηγέτες τονίζουν ότι η πολυπλοκότητα των απειλών επιβάλλει «έναν ειλικρινή, πανευρωπαϊκό διάλογο με τις κοινωνίες μας, με την παραδοχή ότι η άμυνα δεν μπορεί να αποτελεί αποκλειστική υπόθεση των ενόπλων δυνάμεων». Καλούν σε μια «άμυνα ολόκληρης της κοινωνίας», με ανθεκτικές υποδομές, ενίσχυση της έρευνας και ανάπτυξης της τεχνολογίας από τον ιδιωτικό τομέα, και κρατικούς θεσμούς ικανούς να λειτουργούν υπό συνθήκες αυξανόμενων απειλών.
Η Γερμανία προχωρεί στη μόνιμη ανάπτυξη μιας μάχιμης ταξιαρχίας 4.000-5.000 στρατιωτών στην ανατολική πτέρυγα του ΝΑΤΟ, ενώ έχει τροποποιήσει το Σύνταγμά της ώστε να καταστεί δυνατή, ουσιαστικά χωρίς περιορισμούς, η χρηματοδότηση της άμυνας. Παράλληλα, έχει δρομολογήσει την προμήθεια αρκετών χιλιάδων τεθωρακισμένων οχημάτων, μαζί με την επέκταση της βιομηχανικής παραγωγικής ικανότητας.
Η Βρετανία κατασκευάζει έως και έξι εργοστάσια πυρομαχικών, με στόχο τη διασφάλιση μιας «μόνιμης επιχειρησιακής ικανότητας». Σύμφωνα με μελέτες, μια τέτοια κίνηση θα μπορούσε βραχυπρόθεσμα να τονώσει τη βρετανική οικονομία. Υπάρχουν όμως αντιδράσεις στο εσωτερικό του Εργατικού Κόμματος, κυρίως από την αριστερή του πτέρυγα, απέναντι στις αυξήσεις των αμυντικών δαπανών εις βάρος της χρηματοδότησης της υγείας και της καταπολέμησης της φτώχειας. Η συζήτηση είναι ακόμη πιο πολωμένη στη Γερμανία, όπου αντιδράσεις προέρχονται τόσο από την Αριστερά όσο και από την ακροδεξιά AfD. Μιλώντας στο Μόναχο, ο καγκελάριος Μερτς τόνισε την απειλή που συνιστά η Ρωσία για την Ευρώπη, προειδοποιώντας ότι «η ελευθερία δεν μπορεί πλέον να θεωρείται δεδομένη».