Στάσιμο το επίπεδο σωματικής δραστηριότητας παγκοσμίως τις τελευταίες δύο δεκαετίες
Η σωματική δραστηριότητα παγκοσμίως δεν έχει σημειώσει βελτίωση τα τελευταία είκοσι χρόνια, παρά την εντατική εφαρμογή πολιτικών για την προώθησή της. Αυτό προκύπτει από τρεις νέες έρευνες που δημοσιεύθηκαν στα περιοδικά «Nature Medicine» και «Nature Health».
Σύμφωνα με τα ευρήματα, περισσότεροι από πέντε εκατομμύρια θάνατοι ετησίως αποδίδονται στη σωματική αδράνεια. Παράλληλα, περίπου ένας στους τρεις ενήλικες και οκτώ στους δέκα εφήβους δεν πληρούν τις συστάσεις του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας για τουλάχιστον 150 λεπτά μέτριας έντασης άσκησης την εβδομάδα για ενήλικες και 60 λεπτά καθημερινά για παιδιά.
Στην έρευνα που δημοσιεύθηκε στο «Nature Medicine», η ομάδα της Ντέμπορα Σάλβο από το Πανεπιστήμιο του Τέξας στο Όστιν ανέλυσε δεδομένα από 68 χώρες και κατέγραψε σημαντικές ανισότητες ανάμεσα στα φύλα και στις κοινωνικοοικονομικές ομάδες. Η πρόσβαση σε δραστηριότητες ελεύθερου χρόνου που περιλαμβάνουν σωματική άσκηση ήταν έως και 40 ποσοστιαίες μονάδες υψηλότερη στους κοινωνικά ευνοημένους πληθυσμούς – κυρίως πλούσιους άνδρες σε χώρες υψηλού εισοδήματος – σε σχέση με τις λιγότερο προνομιούχες ομάδες, όπως φτωχές γυναίκες σε χώρες χαμηλού εισοδήματος.
Αντίθετα, η σωματική δραστηριότητα που συνδέεται με την εργασία ή άλλες ανάγκες επιβίωσης ήταν αυξημένη σε μειονεκτούσες κοινωνικές ομάδες. Οι ερευνητές τονίζουν ότι η φυσική δραστηριότητα ενισχύει την ανοσία, μειώνει τον κίνδυνο μολυσματικών ασθενειών, περιορίζει τα συμπτώματα κατάθλιψης και σχετίζεται με καλύτερα αποτελέσματα στην αντιμετώπιση του καρκίνου.
Στο «Nature Health», η Έρικα Χίνκσον από το Πανεπιστήμιο Τεχνολογίας στο Όκλαντ της Νέας Ζηλανδίας και οι συνεργάτες της παρουσίασαν μοντέλο που δείχνει πώς η σωματική δραστηριότητα μπορεί να συμβάλει στον μετριασμό και την προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή. Το μοντέλο υπογραμμίζει ότι στρατηγικές που ενθαρρύνουν το περπάτημα, την ποδηλασία και τη χρήση δημόσιων συγκοινωνιών μπορούν να μειώσουν τις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα.
Παράλληλα, η κλιματική κρίση μπορεί να περιορίσει τη σωματική δραστηριότητα, κυρίως λόγω ακραίων καιρικών φαινομένων, όπως οι παρατεταμένοι καύσωνες. Οι συγγραφείς επισημαίνουν ότι η υγεία και το κλίμα είναι στενά συνδεδεμένα ζητήματα και υποστηρίζουν την ανάγκη για κοινές πολιτικές με εναρμονισμένους στόχους και δείκτες μέτρησης.
Σε άλλη δημοσίευση του «Nature Health», η Άντρια Ραμίρεζ Βαρελά από το Κέντρο Επιστημών Υγείας του Πανεπιστημίου του Τέξας στο Χιούστον και οι συνεργάτες της αξιολόγησαν 661 εθνικά έγγραφα πολιτικής από 200 χώρες, που εκδόθηκαν από το 2004 έως το 2025. Η ανάλυση έδειξε ότι, παρότι οι περισσότερες χώρες έχουν θεσπίσει πολιτικές για την προώθηση της σωματικής δραστηριότητας, η εφαρμογή τους παραμένει περιορισμένη.
Επιπλέον, το 26,5% των χωρών δεν περιλαμβάνουν μετρήσιμους στόχους αξιολόγησης του αντίκτυπου των πολιτικών τους. Μέσα από συνεντεύξεις με 46 εκπροσώπους κυβερνήσεων, ακαδημαϊκών και φορέων της κοινωνίας των πολιτών, οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι η χαμηλή –αν και αυξανόμενη– πολιτική προτεραιότητα για τη σωματική δραστηριότητα αποτελεί βασικό εμπόδιο στην ουσιαστική εφαρμογή των μέτρων.