Η παγίδα του ΠΑΣΟΚ
Αν η Ιστορία είχε σταματήσει στο 2011, το ΠΑΣΟΚ θα ήταν αδιαμφισβήτητα το πιο επιτυχημένο κόμμα της δημοκρατίας μας.
Είχε κερδίσει έξι εκλογές, είχε αναδείξει τρεις πρωθυπουργούς, είχε κυβερνήσει για είκοσι ένα χρόνια.
Εφερε μεγάλες αλλαγές, ενεργοποίησε μηχανισμούς κοινωνικής κινητικότητας, έδωσε υπόσταση στο διάχυτο αίτημα της «Αλλαγής» και κυρίως διαμόρφωσε την κοινωνία της Μεταπολίτευσης.
Για πολλά χρόνια, αν δεν ήσουν ΠΑΣΟΚ, ανήκες σε άλλο πλανήτη.
Φυσικά κάθε μεγάλη μεταβολή έχει και παρενέργειες. Η κυριαρχία του ΠΑΣΟΚ συνοδεύτηκε αναντίρρητα από φαυλότητα, παραγοντισμό και πελατειασμό, αλλά οι ζημιές περνούσαν σε δεύτερη μοίρα μπροστά στα οφέλη.
Τα πράγματα άλλωστε στην πολιτική δεν είναι ποτέ μόνο άσπρα ή μόνο μαύρα.
Το ζήτημα είναι ότι η ιστορία και το ΠΑΣΟΚ δεν σταμάτησαν εκεί. Συνέχισαν την πορεία τους με λιγότερο καλές επιδόσεις. Χωρίς να φταίνε απαραιτήτως οι άνθρωποι και οι δαίμονες.
Η ουσία υποδεικνύει ότι άλλαξε η εποχή. Από την ηγεμονία του ΠΑΣΟΚ έχουμε περάσει σε μία ηγεμονία της Κεντροδεξιάς.
Κι όταν λέω ηγεμονία δεν εννοώ μόνο τα εκλογικά αποτελέσματα. Εννοώ επίσης τα κοινωνικά πρότυπα, τις αξίες, τις συμπεριφορές, τους κώδικες κι ό,τι άλλο διαμορφώνει το κυρίαρχο ρεύμα μιας κοινωνίας. Η κοινωνία προχώρησε χωρίς να πάρει την άδεια κανενός.
Η φιγούρα των αργόσχολων μουσάτων ή μυστακοφόρων συνδικαλιστών, με τις κοιλιές και το τσαντάκι, που έδιναν τον τόνο στις κομματικές εκδηλώσεις, έχει εκλείψει. Σχεδόν δεν υπάρχουν πια ούτε συνδικαλιστές.
Από την άλλη πλευρά, το ΠΑΣΟΚ δεν εξαφανίστηκε όπως πολλά άλλα κόμματα στο ευρωπαϊκό δημοκρατικό σύστημα. Παρέμεινε και πολιτεύεται ίσως σε μικρότερη συσκευασία αλλά ως μετεξέλιξη κι ως επίγονος μιας μεγάλης ιστορικής παράταξης εξουσίας.
Δεν υπάρχει αμφιβολία πως έως τώρα δεν μπορεί να ενσωματωθεί πλήρως κι επιτυχώς σε αυτήν την αλλαγμένη εποχή. Σαν να δυσκολεύεται να προσαρμοστεί στα νέα δεδομένα ή ακόμη και στο σημερινό μέγεθός του.
Αλλά στην πολιτική (όπως και σε άλλα πράγματα…) το μέγεθος μετράει.
Τώρα, ετοιμάζεται για το Συνέδριο των επόμενων ημερών. Ενα συνέδριο χωρίς εκλογή αρχηγού αφότου από το 2004 η εκλογή αρχηγού έχει διαχωριστεί από τη συνεδριακή διαδικασία.
Και το οποίο θα σαλπίσει (υποτίθεται) την έφοδο για την εκ νέου κατάκτηση της εξουσίας.
Η λαϊκή συμμετοχή στις συνεδριακές διεργασίες ήταν όντως ικανοποιητική. Εκατό εβδομηντατόσες χιλιάδες ψηφοφόροι σε εσωκομματικές εκλογές δεν είναι για πέταμα στην εποχή μας.
Λιγότερο εντυπωσιακό είναι το επίπεδο του προσυνεδριακού διαλόγου. Τι συζητούν; Τι απορίες υπάρχουν; Ποιες προτάσεις και ποιες άλλες προτάσεις; Μυστήριο.
Το μόνο που έχουμε καταλάβει είναι μια πρωτοβουλία του δημάρχου Αθηνών που ζητά να αποφασιστεί από το Συνέδριο ο αποκλεισμός κάθε συνεργασίας με τη ΝΔ.
Ο Ανδρουλάκης δεν διαφωνεί, δηλώνει πως ούτως ή άλλως δεν πρόκειται να συνεργαστεί με τη ΝΔ, αλλά δεν θα ήθελε να υπάρχει σχετική απόφαση του Συνεδρίου.
Ομολογώ πως δεν καταλαβαίνω τη διαφορά τους αλλά και γιατί χρειαζόταν κοτζάμ συνέδριο για να τη λύσουν.
Αντιθέτως δεν ακούω να γίνεται καμία συζήτηση για τη φυσιογνωμία, τον χαρακτήρα ή τις κατευθύνσεις του ΠΑΣΟΚ. Τι είναι και τι θέλει να γίνει.
Μια «συνιστώσα» κάποιας Αριστεράς που δεν υπάρχει; Ενα αντιδεξιό κίνημα θυμωμένων με τον Μητσοτάκη; Μια βαλκανική σοσιαλδημοκρατία; Ή ένα μεταρρυθμιστικό κόμμα της Κεντροαριστεράς μέσα στο δημοκρατικό μας σύστημα;
Δεν είναι μια εύκολη απάντηση. Αλλά από την απάντηση που θα δώσουν στο ποιοι θέλουν να είναι εξαρτάται η απάντηση στο τι θέλουν να κάνουν. Οχι από το αντίστροφο.
Η απάντηση του Ανδρουλάκη είναι ασαφής αλλά ταιριάζει περισσότερο στη συγκυρία. Λέει ουσιαστικά: βλέποντας και κάνοντας…
Η απάντηση του Δούκα κι εκείνων που συμφωνούν μαζί του είναι ίσως πιο σαφής αλλά εκτός τόπου και χρόνου. Λέει ουσιαστικά: να μην πάμε με τη ΝΔ και μετά βλέπουμε τι θα κάνουμε.
Μόνο που κάθε απάντηση στο ερώτημα «με ποιους δεν θα πας» οδηγεί αυτομάτως στο επόμενο ερώτημα. «Και με ποιους δηλαδή θα πας;».
Εκεί ο Δούκας βγαίνει οφσάιντ. Και χωρίς λόγο. Διότι παίρνοντας θέση εκ των πραγμάτων σε ένα ερώτημα που δεν υπάρχει, καταλήγει όπως είναι λογικό σε μια ανυπόστατη απάντηση.
Ποιος πιστεύει σοβαρά ότι το ΠΑΣΟΚ θα συμπορευτεί, ίσως και να συγκυβερνήσει, με τον Τσίπρα, τον ΣΥΡΙΖΑ, τη Νέα Αριστερά, τον Κασσελάκη, τη Ζωή κι ίσως τον Βαρουφάκη;
Θα τους μαζέψουν με το καλημέρα για το φρενοκομείο.
Και γι’ αυτό θέτοντας ο Δούκας ένα ερώτημα που δεν υπάρχει, οδηγείται απλώς σε μια σαχλαμάρα για να περνάει η ώρα.
Στην πραγματικότητα δεν υπάρχουν σοβαρές διαφορές μεταξύ τους διότι δεν υπάρχουν ουσιαστικά ζητήματα να λύσουν κι όσα υπάρχουν είναι άνευ σημασίας.
Αυτό φυσικά είναι ευχάριστο. Αλλά την ίδια στιγμή εξελίσσεται στην παγίδα στην οποία έχει πέσει το ΠΑΣΟΚ.
Αντί δηλαδή να επικεντρώνονται οι άνθρωποι στη συγκρότηση μιας ανανεωμένης και σύγχρονης παράταξης καταφεύγουν σε παραγοντιλίκια δευτερότριτης κατηγορίας αν θα κυβερνήσουν και με ποιον θα κυβερνήσουν.
Λες και τους περιμένουν τα υπουργεία. Λες και το βράδυ των εκλογών δεν θα μετράμε ψήφους ΠΑΣΟΚ αλλά τόσοι με τον Ανδρουλάκη, τόσοι με τον Χριστοδουλάκη και τόσοι με τον Γερουλάνο.
Με άλλα λόγια καταφεύγουν στην ψευδαίσθηση μιας επιλογής ανάμεσα σε ένα «δεξιό ΠΑΣΟΚ» και σε ένα «αριστερό ΠΑΣΟΚ» η οποία εκ των πραγμάτων ούτε τίθεται, ούτε ενδιαφέρει κανέναν.
Το «δεξιό ΠΑΣΟΚ» είναι στην κυβέρνηση με τη ΝΔ. Το «αριστερό ΠΑΣΟΚ» είναι κάπου στα χαλάσματα της Αριστεράς. Και τι λείπει; Ενα ΠΑΣΟΚ που θα είναι απλώς ΠΑΣΟΚ.