Social media και ψυχική υγεία – Η παραπληροφόρηση γίνεται viral
Η ραγδαία άνοδος των κοινωνικών δικτύων ως βασική πηγή πληροφόρησης για θέματα ψυχικής υγείας συνοδεύεται από ένα ανησυχητικό φαινόμενο: Την εκτεταμένη διάδοση παραπληροφόρησης. Σύμφωνα με πρόσφατη διεθνή μελέτη, το TikTok αναδεικνύεται ως η πλατφόρμα με τα υψηλότερα ποσοστά ανακριβούς ή ατεκμηρίωτου περιεχομένου, ιδιαίτερα σε ζητήματα όπως η ΔΕΠΥ και ο αυτισμός.
Η έρευνα, που βασίστηκε στην ανάλυση 27 επιμέρους μελετών και περίπου 5.000 δημοσιεύσεων, διαπίστωσε ότι έως και το 56% του περιεχομένου που αφορά την ψυχική υγεία και τη νευροδιαφορετικότητα είναι παραπλανητικό ή στερείται επιστημονικής βάσης. Οι θεματικές που σχετίζονται με τη νευροδιαφορετικότητα, όπως ο αυτισμός και η ΔΕΠΥ, εμφανίζουν τα υψηλότερα ποσοστά παραπληροφόρησης σε σύγκριση με άλλες ψυχικές διαταραχές.
«Η εργασία μας ανίχνευσε ποσοστά παραπληροφόρησης στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης που έφταναν έως και το 56%. Αυτό υπογραμμίζει πόσο εύκολα μπορούν να εξαπλωθούν μαζικά τα ενδιαφέροντα βίντεο στο διαδίκτυο, ακόμη και όταν οι πληροφορίες δεν είναι πάντα ακριβείς», εξήγησε η Eleanor Chatburn, συν-συγγραφέας της μελέτης στο Πανεπιστήμιο του East Amglia στην Αγγλία.
Ιδιαίτερα στο TikTok, τα ποσοστά είναι ενδεικτικά της έκτασης του προβλήματος: περίπου το 52% των βίντεο για τη ΔΕΠΥ και το 41% για τον αυτισμό περιέχουν ανακριβείς πληροφορίες. Αντίθετα, άλλες πλατφόρμες εμφανίζουν σαφώς χαμηλότερα ποσοστά, με το YouTube να καταγράφει περίπου 22% και το Facebook κάτω από 15%.
Οι ειδικοί επισημαίνουν ότι η μορφή του περιεχομένου παίζει καθοριστικό ρόλο. Σύντομα, ελκυστικά βίντεο με απλοποιημένα μηνύματα έχουν μεγαλύτερη πιθανότητα να γίνουν viral, ακόμη και όταν δεν ανταποκρίνονται στην επιστημονική πραγματικότητα. Η ταχύτητα διάδοσης αυτών των πληροφοριών καθιστά δύσκολο τον έλεγχο της ακρίβειάς τους.
Το φαινόμενο αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία αν ληφθεί υπόψη ότι οι νέοι στρέφονται ολοένα και περισσότερο στα κοινωνικά δίκτυα για να κατανοήσουν τα συμπτώματα που βιώνουν. Σύμφωνα με στοιχεία του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας, ένας στους επτά νέους ηλικίας 10 έως 19 ετών αντιμετωπίζει κάποιο πρόβλημα ψυχικής υγείας, γεγονός που καθιστά την πρόσβαση σε αξιόπιστη ενημέρωση κρίσιμη.
Ωστόσο, η έκθεση σε παραπλανητικό περιεχόμενο μπορεί να οδηγήσει σε αυτοδιάγνωση ή και σε εσφαλμένες αντιλήψεις για σοβαρές διαταραχές. Συμπεριφορές που εντάσσονται στο φυσιολογικό φάσμα της ανθρώπινης εμπειρίας ενδέχεται να ερμηνευτούν ως παθολογικές, ενισχύοντας το άγχος και τη σύγχυση των χρηστών.
Οι συνέπειες δεν περιορίζονται σε λανθασμένες εκτιμήσεις. Η διάδοση ψευδών πληροφοριών μπορεί να ενισχύσει το κοινωνικό στίγμα γύρω από τις ψυχικές ασθένειες, αποθαρρύνοντας τα άτομα από το να αναζητήσουν επαγγελματική βοήθεια. Επιπλέον, η προβολή μη επιστημονικών ή αναποτελεσματικών «θεραπειών» ενδέχεται να καθυστερήσει την πρόσβαση σε κατάλληλη φροντίδα.
Οι ερευνητές τονίζουν ότι, παρότι η αναζήτηση πληροφοριών στο διαδίκτυο μπορεί να αποτελέσει ένα πρώτο βήμα κατανόησης, δεν μπορεί να υποκαταστήσει την αξιολόγηση από ειδικούς ψυχικής υγείας. Υπογραμμίζουν επίσης την ανάγκη για ενίσχυση της ψηφιακής παιδείας, ώστε οι χρήστες —και κυρίως οι νέοι— να μπορούν να διακρίνουν τις αξιόπιστες πηγές από τις παραπλανητικές.
Το φαινόμενο της παραπληροφόρησης στα κοινωνικά δίκτυα αναδεικνύει ένα ευρύτερο ζήτημα: την ευθύνη τόσο των πλατφορμών όσο και των θεσμών να διασφαλίσουν ότι η ενημέρωση για κρίσιμα θέματα υγείας βασίζεται σε επιστημονικά δεδομένα. Σε μια εποχή όπου η πληροφορία διαδίδεται ταχύτερα από ποτέ, η ακρίβεια δεν αποτελεί απλώς ζητούμενο — αλλά αναγκαιότητα.