Οι αξιακές και πολιτισμικές αρχές μας
Τον σκληρό πυρήνα ενός στρατιωτικοπολιτικού σχήματος, στο οποίο μια χώρα είναι ενταγμένη, όποιο και αν είναι αυτό, δεν τον επιλέγει κανείς à la carte. Είσαι μέσα ή έξω, μοναχικός καβαλάρης ή μέλος ενός συνόλου, φέροντας τις συνέπειες της επιλογής του. Συνεπώς, η απάντησή μου στο ερώτημα είναι: «Ο σημερινός συσχετισμός, δηλαδή γεωπολιτικοστρατιωτικά με το ΝΑΤΟ, στο οποίο δεσπόζουν οι ΗΠΑ, και οικονομικογεωπολιτικά με την Ευρώπη».
Οποιαδήποτε επιλογή διαφοροποίησης οφείλει να απαντήσει ένα δύσκολο ερώτημα: αν είναι εφικτή, με τι επιπτώσεις και κόστος για τη χώρα και την κοινωνία – από κάθε οπτική (γεωπολιτική, οικονομική, στρατιωτική, οικονομική) – και με ποιον συνδυασμό κόστους / οφέλους. Αλλωστε, την απάντηση έδωσε ο Ανδρέας Παπανδρέου με τις επιλογές που έκανε το 1981. Σε έναν κόσμο πολύπλοκων σχέσεων, έντονων κινδύνων και μεγάλων συμφερόντων (διεθνών και περιφερειακών), μια υπεύθυνη κυβέρνηση πρέπει να κάνει ό,τι έχει «μηδενικό ρίσκο» για τα γεωπολιτικά συμφέροντα της χώρας. Προφανώς με αξιοποίηση κάθε βαθμού ελευθερίας. Βεβαίως, κοινωνία και πρόσωπα έχουν διαφορετικούς βαθμούς ελευθερίας – όσο δεν ζούμε στη νέα δημοκρατία των ΗΠΑ.
Πέρα από τη γενική αυτή απάντηση, όμως, θεωρώ ότι πρόσφατες διεθνείς εξελίξεις (π.χ. άτυπες πολεμικές επεμβάσεις, ευτελισμός Συνταγμάτων, διεθνών συνθηκών και συμμαχικών σχέσεων, ακραίες αντιλήψεις, καταπάτηση του κράτους δικαίου, θεσμών και αξιακών αρχών, ασυνέπεια, προχειρότητα και αδιαφορία για τις ευρύτερες επιπτώσεις τους) δείχνουν να οδηγούν σε μια μη αντιστρέψιμη, βαθύτερη αλλαγή του μεταπολεμικού υποδείγματος παγκόσμιας διακυβέρνησης και διακυβερνητικών σχέσεων.
Το παγκόσμιο και περιφερειακό σκηνικό «σκληραίνει» και θολώνει, ακόμα και αν οι τυπικοί κανόνες μένουν ίδιοι. Το ότι αξίες, ιδεολογίες, αρχές δεν μένουν αμετακίνητες, αλλά μεταβάλλονται, σε διεθνές και εθνικό επίπεδο, ανάλογα με τις γενικότερες εξελίξεις, είναι αυτονόητο. Σημασία έχει τι νέο παίρνει τη θέση του παλαιού, ποια είναι τα δεδομένα για κάθε χώρα που συμμετέχει και πόσο ικανή είναι μια κοινωνία να αξιοποιήσει σε όφελός της τα νέα δεδομένα.
Πάντως, μέσα σε ένα τέτοιο πλαίσιο, δεδομένου ότι ο πρόεδρος των ΗΠΑ θεωρεί άλλες δυνάμεις (π.χ. Ρωσία) ως «φίλους» και την Ευρώπη απαξιωτικά, δεν μου είναι σαφές γιατί ΕΕ και Ελλάδα δεν πρέπει, επίσης, να αξιοποιήσουν σχέσεις συνεργασίας και φιλίας με τις χώρες αυτές, στοχεύοντας αντίστοιχα οφέλη με αυτά που επιδιώκει και η αμερικανική πλευρά. Πολύ περισσότερο που οι «φιλίες» που διαγράφονται σχετίζονται με πολύ πεζές οικονομικοπολιτικές δοσοληψίες και όχι με ιδεώδη ή αξίες.
Με τα παραπάνω σχετίζεται ένα ακόμα ερώτημα που αφορά εμάς: τι εσωτερικές κοινωνικές – πολιτικές – οικονομικές σχέσεις επιδιώκουμε και πώς θέλουμε να βλέπουμε τη χώρα μας σε οποιοδήποτε γεωπολιτικό σχήμα. Ουραγό, επαίτη, ουσιαστικό μέλος; Προσωπικά, θα ήθελα μια Ελλάδα που θα έχει βέβαια αίσθηση του βάρους της, αλλά και που θα δίνει συνεχώς μάχη ώστε το βάρος αυτό να ισχυροποιείται στο διεθνές επίπεδο, ενώ στο εσωτερικό επίπεδο θα δημιουργεί στον κόσμο της συλλογική αυτοπεποίθηση, εμπιστοσύνη και ελπίδα. Οποιο συλλογικό σχήμα και αν επιλέξει κανείς, αυτό που, τελικώς, θα καθορίσει τη θέση της χώρας είναι οι ικανότητες, οι επιτυχίες, οι επιδόσεις της.
Τα στοιχεία αυτά συναρτώνται όμως με βασικά χαρακτηριστικά συνολικής λειτουργίας της χώρας – όσο αόριστο και αν ακούγεται: με τον τρόπο λειτουργίας του πολιτικού μας συστήματος, τον βαθμό διαφθοράς και αποτελεσματικότητας που κυριαρχεί, το πώς λειτουργούν οι πολιτικές και μη πολιτικές ελίτ της χώρας, τον βαθμό στον οποίο η οικονομία μετασχηματίζεται σε νέες βάσεις και το αν οι πολιτικές επιλογές κάνουν τη χώρα πιο ανθεκτική. Αυτές είναι οι κρίσιμες παράμετροι της επιτυχίας.
Αναμφίβολα, η Ευρώπη έχει πολλές προβληματικές πλευρές. Υστερεί, δυσκολεύεται να αποκτήσει ρόλο στο νέο διεθνές περιβάλλον, ακόμα και απογοητεύει. Μα κι εμείς και άλλες χώρες – μέλη δεν κάνουμε κάτι διαφορετικό. Ομως, επίσης, η Ευρώπη δεν κυριαρχείται από τα εγωκεντρικά ένστικτα ηγετών της, δεν εξολοθρεύει τους ανεπιθύμητους σε μια νύχτα, έχει θεσμούς που προφυλάσσουν την ίδια και τους πολίτες της, ακόμα και ευρύτερα διεθνή σύνολα.
Τελικώς, το τι κοινωνίες δημιουργούμε, με τι χαρακτηριστικά και στόχους και το αν και πώς προκαλούμε καταστροφές ανθρώπινων ζωών, κοινωνιών, προοπτικών είναι αυτά που διαφοροποιούν τον Πολιτισμό από την «Κοινοτοπία του Κακού». Ετσι, η συμπληρωματική απάντηση στο ερώτημα είναι: «Με τους παραπάνω, αλλά με οργανωμένες προσπάθειες για διασφάλιση και των αξιακών και πολιτισμικών μας αρχών».
Ο Τάσος Γιαννίτσης είναι ομότ. καθηγητής ΕΚΠΑ, πρώην υπουργός