Θωμαή Κιμισκίδου στα «ΝΕΑ»: «Είναι ώρα να ανοίξει η συζήτηση για τη δικαστική διαμεσολάβηση»
Σπάνια, είναι η αλήθεια, θα ακούσει ο πολίτης από έναν έμπειρο δικαστή να μιλάει για έναν άγνωστο, για τους περισσότερους από εμάς, δρόμο επίλυσης των διαφορών, όπως αυτές που έχουν μεταξύ τους πρώην σύζυγοι, συνέταιροι στην ίδια επιχείρηση ή ο ιδιοκτήτης με τον ενοικιαστή του.
Κι όμως ο δρόμος αυτός υπάρχει. Τελευταία μάλιστα γίνεται μια συντονισμένη προσπάθεια ο θεσμός της δικαστικής μεσολάβησης, γιατί περί αυτού πρόκειται, να περάσει επιτέλους από τα χαρτιά στην πράξη.
Μια κουβέντα πριν από λίγο καιρό με την εφέτη Θωμαή Κιμισκίδου, πρόεδρο της Ελληνικής Ενωσης Δικαστών για τη Διαμεσολάβηση (GEMME Hellas) και διαπιστευμένη διαμεσολαβήτρια του υπουργείου Δικαιοσύνης, ήταν αρκετή για να ξαναδούμε, υπό το πρίσμα (και) των τελευταίων νομοθετικών εξελίξεων, τον εναλλακτικό αυτό τρόπο επίλυσης διαφορών. Αυτή τη φορά όχι ως αόριστη έννοια, αλλά ως ουσιαστική λύση, που μπορεί να βοηθήσει τους πολίτες να βρουν το δίκιο τους, και μάλιστα σε χρόνο πολύ λιγότερο σε σχέση με εκείνον που θα χρειαζόταν αν ακολουθούσαν τη δικαστική οδό. Και βεβαίως με μικρότερο κόστος, οικονομικό και ψυχολογικό.
Εχοντας κατά νου όλα αυτά, ζήτησα από τη δικαστική λειτουργό Θ. Κιμισκίδου – ομόφωνα εκλεγμένη από τον περασμένο Απρίλιο και στη θέση της αντιπροέδρου της GEMME Europe, της Ευρωπαϊκής Ενωσης Δικαστών για τη Διαμεσολάβηση –, με την εμπειρία των 24 ετών και έχοντας δει από κοντά τις συνέπειες μιας μακράς αντιδικίας, να μας μιλήσει από τη θεσμική της θέση για τη δικαστική μεσολάβηση.
«Κατά την πορεία μου στο δικαστικό σώμα, βλέπω ανθρώπους να εμπλέκονται σε δικαστικές διαμάχες που πολλές φορές διαρκούν χρόνια. Μια διαφορά που ξεκινά ως αστική έχω δει στην πορεία να οδηγεί σε νέες αντιδικίες, με αμοιβαίες μηνύσεις μεταξύ των διαδίκων, με την αρχική διαφορά να αποκτά και ποινική διάσταση. Η μακρά αντιπαράθεση επηρεάζει, κατ’ αποτέλεσμα, τις προσωπικές, οικογενειακές και επαγγελματικές σχέσεις. Αυτό συνεπάγεται ανάλωση σε χρόνο, χρήμα, ενέργεια και ψυχικό κόστος. Μάλιστα, έχω δει περιπτώσεις όπου ακόμη και ο τυπικά “νικητής” μιας δίκης δεν απολαμβάνει την ουσιαστική δικαίωση, ακριβώς επειδή η δικαστική απόφαση επιλύει το νομικό ζήτημα, αλλά δεν μπορεί να αποκαταστήσει το βαθύτερο ρήγμα στις ανθρώπινες σχέσεις», μας λέει η δικαστική λειτουργός.
Και με απόλυτη ειλικρίνεια διατυπώνει την άποψη ότι «έχει φτάσει πια η ώρα να ανοίξει η συζήτηση για τη δικαστική μεσολάβηση», αναγνωρίζοντας πως στο επίκεντρο αυτής της κουβέντας δεν μπορεί να είναι άλλος από τον ίδιο τον πολίτη.
Για να προλάβει μάλιστα… δεύτερες σκέψεις του στυλ «μα, πώς γίνεται ένας δικαστής να συστήνει έναν διαφορετικό δρόμο», εξηγεί πως «στόχος μας είναι να αναδείξουμε αυτή τη σύγχρονη επιλογή του νομοθέτη. Πρόκειται για μια ήδη θεσμοθετημένη από το 2012 οδό εναλλακτικής επίλυσης διαφοράς, την οποία μπορεί να αξιοποιήσει ο πολίτης με τη συνδρομή πάντα του νομικού του παραστάτη». Πρακτικά αυτό σημαίνει πως ο καθένας από εμάς κυριαρχικά αποφασίζει αν θα προσφύγει στη Δικαιοσύνη για να λύσει τη διαφορά του ή αν θα χτυπήσει την πόρτα του δικαστή ζητώντας να ακολουθήσει την οδό της δικαστικής μεσολάβησης.
«Το δικαίωμα της προσφυγής στη Δικαιοσύνη είναι θεμελιώδες και αδιαπραγμάτευτο», τονίζει εμφατικά η εφέτης και την ίδια στιγμή, «ανοίγοντας» την αποσκευή της δικαστικής της εμπειρίας από τις έδρες στο Πρωτοδικείο και το Εφετείο, μας λέει ότι «υπάρχουν όμως και διαφορές όπου το νομικό ζήτημα είναι μία μόνο διάσταση της σύγκρουσης. Πίσω από αυτό κρύβονται συχνά η απώλεια της εμπιστοσύνης, προβλήματα επικοινωνίας ή ακόμα και η αμοιβαία καχυποψία. Η διαφορά επομένως δεν εξαντλείται στο νομικό της αντικείμενο. Στο πλαίσιο αυτό, όπου είναι εφικτό, μπορεί να αναζητηθεί μία λύση που να ανταποκρίνεται συνολικά στην ευρύτερη σύγκρουση».
Νομοθετικά το βήμα έχει γίνει εδώ και πολλά χρόνια. Αλλά η επιλογή αυτή δεν έχει φτάσει στους πολίτες. Κατά κοινή ομολογία, εκείνο που χρειάζεται είναι να υπάρξει ενημέρωση, ώστε να γνωρίζει ο πολίτης ότι, ανάλογα με τη φύση της διαφοράς του, μπορεί να υπάρχει ένας διαφορετικός τρόπος, στον οποίο έχει ενεργότερο ρόλο και στον οποίο η λύση δεν επιβάλλεται από τρίτο, ούτε ακόμα και από τον ίδιο τον δικαστή. «Αποτελεί βασική μου πεποίθηση ότι ο πολίτης δικαιούται να γνωρίζει κάθε εναλλακτική οδό προτού επιλέξει τη δικαστική διαδικασία. Είναι κρίσιμο βέβαια να διευκρινιστεί ότι η προσφυγή στο δικαστήριο παραμένει ανά πάσα στιγμή ανοιχτή. Είτε πρόκειται για αρχική επιλογή είτε ως επιστροφή, εάν η μεσολάβηση δεν τελεσφορήσει, το δικαίωμα δικαστικής προστασίας είναι αδιαπραγμάτευτο».
«Για την ανάδειξη αυτής της θεσμικής επιλογής», προσθέτει, «σκοπεύουμε ως Ενωση Δικαστών για τη Διαμεσολάβηση (GEMME HELLAS) να ξεκινήσουμε άμεσα εκστρατεία ενημέρωσης των πολιτών».
Τη ρωτώ ευθέως να μου πει σε ποιες υποθέσεις μπορούν οι πολίτες να ακολουθήσουν αυτόν τον εναλλακτικό δρόμο. Στην κορυφή της πυραμίδας τοποθετούνται οι οικογενειακές διαφορές, εκεί όπου οι πρώην σύζυγοι εξακολουθούν να είναι γονείς και θα πρέπει να επικοινωνούν μεταξύ τους και να συνεννοούνται για τα παιδιά τους.
Στο Γραφείο Δικαστικής Μεσολάβησης, με τη βοήθεια του δικαστή, συμπληρώνει, «μπορούν ν’ αφήσουν στην άκρη την ένταση και την ψυχολογική επιβάρυνση της μεταξύ τους σύγκρουσης και να καταλήξουν σε συμφωνία με γνώμονα το συμφέρον των παιδιών τους.
Στη δικαστική μεσολάβηση, το πρακτικό που υπογράφεται μπορεί να διαμορφωθεί με βάση τις ιδιαίτερες ανάγκες της συγκεκριμένης οικογένειας και να προβλέψει ειδικότερες ρυθμίσεις, π.χ. ανάλογα με τα ωράρια εργασίας των γονέων, τις εξωσχολικές δραστηριότητες των παιδιών ή τις ιδιαίτερες συνθήκες της οικογενειακής ζωής, στοιχεία που δεν είναι πάντοτε δυνατό να αποτυπωθούν με την ίδια ευελιξία σε μια δικαστική απόφαση.
Οταν, δε, οι γονείς συμμετέχουν οι ίδιοι στη διαμόρφωση της συμφωνίας, υπάρχει μεγαλύτερη διάθεση να την τηρήσουν οικειοθελώς. Και αν στο μέλλον μεταβληθούν οι συνθήκες, για παράδειγμα λόγω αλλαγής του εισοδήματος, της ηλικίας ή των αναγκών των παιδιών, οι γονείς μπορούν να προσφύγουν εκ νέου στη δικαστική μεσολάβηση και να αναζητήσουν μια νέα συμφωνία, προσαρμοσμένη στα νέα δεδομένα, χωρίς να χρειάζεται κατ’ ανάγκην να ακολουθήσουν μια ενδεχομένως μακρά δικαστική διαδικασία».
Δεν είναι, όμως, μόνο οι οικογενειακές διαφορές που μπορούν να ενταχθούν στην «ομπρέλα» της δικαστικής μεσολάβησης. Διαφορές γειτονικού δικαίου, μισθωτικές διαφορές (π.χ. καθυστέρηση ενοικίων), διαφορές συνιδιοκτησίας, ανάμεσα σε ανθρώπους που συμβιώνουν, διαφορές για όρια οικοπέδων, αυθαίρετες παρεμβάσεις ή ενοχλήσεις μεταξύ γειτόνων.
Πόσες φορές, όπως λέει η δικαστής, δεν έχουμε δει «καθημερινές τριβές που σταδιακά διογκώνονται και μετατρέπονται σε μακρόχρονες δικαστικές αντιδικίες. Ξεκινούν με ανταλλαγές εξωδίκων, συνεχίζονται με δικαστικές διαδικασίες, αστικές και ποινικές, και καθώς περνούν τα χρόνια η αντιπαράθεση επηρεάζει σημαντικά την καθημερινότητα των ανθρώπων που εμπλέκονται».
Εκτόνωση της αντιπαράθεσης
Στη δικαστική μεσολάβηση «τα μέρη εκθέτουν τις θέσεις τους, ώστε να διερευνηθούν οι πραγματικές ανάγκες και τα συμφέροντά τους, με στόχο μια λύση που να αντιμετωπίζει συνολικά την ευρύτερη σύγκρουση. Από την εμπειρία μου στο δικαστικό σώμα, έχω δει τη διαδικασία αυτή να λειτουργεί αποτελεσματικά, να συμβάλλει στην εκτόνωση της προσωπικής αντιπαράθεσης και, κυρίως, να επιτρέπει στους πολίτες να συνεχίσουν να συνυπάρχουν αρμονικά, είτε στο ίδιο κτίριο είτε στην ίδια γειτονιά, έχοντας διαμορφώσει οι ίδιοι έναν κοινά αποδεκτό τρόπο διευθέτησης της διαφοράς τους».
Με τον ίδιο τρόπο, όπως λέει η πρόεδρος της GEMME Hellas, «μπορούν να επιλυθούν και διαφορές από δάνεια, ιδίως μεταξύ φίλων, συνεργατών ή συγγενών, αθετήσεις συμβάσεων, ελαττώματα σε πωληθέντα προϊόντα ή απαιτήσεις αποζημίωσης. Το ίδιο ισχύει και για διενέξεις μεταξύ εταίρων, καθώς και για διαφορές από εμπορικές συμβάσεις, όπως αθέτηση συμφωνημένων υποχρεώσεων, μη καταβολή συμφωνηθείσας προμήθειας ή μη εξόφληση τιμολογίων».
Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις η δικαστική μεσολάβηση «μπορεί να δώσει στα μέρη τη δυνατότητα να αναζητήσουν, με τη συνδρομή των νομικών τους παραστατών, μια βιώσιμη και κοινά αποδεκτή λύση. Μέσα σε αυτό το συναινετικό πλαίσιο, καθίσταται εφικτή η διατήρηση της επαγγελματικής, εμπορικής ή προσωπικής σχέσης, όταν φυσικά και τα ίδια τα μέρη το επιθυμούν».
Η ενημέρωση είναι ένα ισχυρό χαρτί ώστε οι πολίτες να έχουν δικαίωμα επιλογής. Με αυτή την έννοια, το ερώτημα δεν πρέπει να είναι μόνο «ποιος θα κερδίσει τη δίκη». Ισως, σε ορισμένες περιπτώσεις, χρειάζεται να αναρωτηθεί ο καθένας αν υπάρχει ένας τρόπος να λύσει τη διαφορά του χωρίς να χρειαστεί να αναλώσει χρόνο, χρήμα και ψυχολογική φθορά μιας ενδεχομένως μακράς δικαστικής αντιπαράθεσης.
«Είναι σημαντικό ο πολίτης να γνωρίζει ότι έχει αυτή την επιλογή στη διάθεσή του. Στο πλαίσιο αυτό, επιδίωξή μας είναι να συμβάλουμε στην έγκυρη ενημέρωσή του. Με τον τρόπο αυτό, ο πολίτης, έχοντας πάντοτε τη συνδρομή του νομικού του παραστάτη, θα είναι σε θέση να αποφασίζει με πλήρη επίγνωση των επιλογών του», λέει η δικαστική λειτουργός εν αναμονή και του νέου Κώδικα Επίλυσης Διαφορών που έχει έτοιμο η πολιτική ηγεσία του υπουργείου Δικαιοσύνης (Γιώργος Φλωρίδης και Ιωάννης Μπούγας), που έρχεται να αλλάξει πλήρως το τοπίο μετατρέποντας τη δικαστική μεσολάβηση σε έναν συστηματικό, πλήρως οργανωμένο μηχανισμό.
Ιδρύονται μάλιστα Γραφεία Δικαστικής Μεσολάβησης στα μεγάλα Εφετεία της χώρας (Αθηνών, Θεσσαλονίκης, Πειραιώς), όπου ο πολίτης, έχοντας στο πλευρό του τον νομικό του παραστάτη, θα μπορεί απλά να χτυπά την πόρτα του δικαστή – διαμεσολαβητή και να ενημερώνεται. Η ίδια υπηρετεί σε αυτή τη θέση στο Εφετείο της Αθήνας μαζί με τον συνάδελφό της, εφέτη Νίκο Τσιρώνη.
Το μοντέλο των εναλλακτικών τρόπων επίλυσης διαφορών κερδίζει ολοένα έδαφος εκτός των ελληνικών συνόρων. «Στην Ευρώπη συναντάμε διάφορα μοντέλα διαμεσολάβησης. Είτε ο ίδιος ο δικαστής αναλαμβάνει ρόλο διαμεσολαβητή, είτε παραπέμπει τα μέρη σε ιδιώτη διαμεσολαβητή.
Πρόκειται για διαφορετικές θεσμικές προσεγγίσεις, με κοινό στόχο τη συναινετική επίλυση των διαφορών. Στην Ελλάδα, ο πολίτης έχει τη δυνατότητα να επιλέξει είτε τη δικαστική μεσολάβηση, ενώπιον δικαστή – μεσολαβητή, είτε τη διαμεσολάβηση με ιδιώτη διαμεσολαβητή. Ο νέος Κώδικας έρχεται να ρυθμίσει το πλαίσιο και των δύο αυτών διαδικασιών».
Διευκρινίζει βέβαια πως «δεν είναι όλες οι διαφορές κατάλληλες για δικαστική μεσολάβηση. Υπάρχουν υποθέσεις όπου, λόγω της φύσης τους, η δικαστική κρίση παραμένει αναγκαία και επιβεβλημένη. Η δικαστική μεσολάβηση δεν αποτελεί πανάκεια για κάθε διαφορά, προσφέρει όμως μια επιπλέον δυνατότητα επίλυσης, όταν οι περιστάσεις την καθιστούν πρόσφορη».