Τον λογαριασμό στη Δημοκρατία, παρακαλώ
Να, λοιπόν, που πιάνουμε ξανά το παλιό και αγαπημένο μας παιχνιδάκι, με αφορμή τα γεγονότα στη Γαλλία: Ποιος είναι πράγματι κατά της βίας και ποιος είναι υπέρ, αλλά μας το κρύβει; Χρόνια ολόκληρα έχουμε ασκηθεί σε αυτό το παιχνίδι, είμαστε πια σε επίπεδο πρωταθλητισμού. Και τουλάχιστον, τούτη τη φορά, δεν ασκούμεθα στο σπορ εις βάρος του εαυτού μας, όπως την εποχή της κρίσης. Παρακολουθούμε από ασφαλή απόσταση (γιατί πέφτουν και μολότοφ) τους Γάλλους να αυτοκαταστρέφονται και εμείς σχολιάζουμε και τσακωνόμαστε μεταξύ μας για δικό τους λογαριασμό.
Το βασικό ερώτημα, γύρω από το οποίο παίζεται το παιχνίδι, είναι πώς διαχωρίζεται η διαμαρτυρία από την εγκληματικότητα που τη συνοδεύει. Εχεις δύο τύπους οργής που εκφράζονται και οι οποίες είναι εξίσου αυθεντικές, πλην διαφορετικές. Εχεις την οργή εκείνων που διαμαρτύρονται, επειδή το κράτος δεν αυξάνει τις δαπάνες του (ένα κράτος, σημειωτέον, που τρέχει ελλειμματικούς προϋπολογισμούς επί μισό αιώνα…), έχεις και την οργή των περιθωριακών, που απλώς θέλουν να εκδικηθούν τους άλλους που ζουν καλύτερα. Δεν είναι μάλιστα ομοιογενείς αυτοί οι δύο κόσμοι.
Στη μία πλευρά αθροίζονται μαθητές, φοιτητές, αγρότες, χαμηλόμισθοι που διαμαρτύρονται για το αυξανόμενο κόστος της ζωής. Στην άλλη, μαζεύονται εξτρεμιστές, επαγγελματίες κακοποιοί, ψυχοπαθείς, οπαδοί του Ροβεσπιέρου και ό,τι άλλο βάζει ο νους σας. Οσον αφορά, δε, τους μετανάστες ή τους απογόνους τους, αυτοί βρίσκονται σκορπισμένοι και στις δύο πλευρές.
Πώς διαχωρίζεις, λοιπόν, αυτά τα δύο; Την απάντηση μας τη δίνει το βίντεο που έκανε τόσο μεγάλη εντύπωση διεθνώς, με τη διαδηλώτρια που εκλιπαρεί τους βάνδαλους να σταματήσουν τη λεηλασία σε ένα μικρό μαγαζί: Δεν γίνεται να τα διαχωρίσεις, όπως δεν γίνεται να σταματήσεις τους βανδάλους με εκκλήσεις στον ανθρωπισμό τους. Θεωρητικά, μπορούμε να πούμε πολλά και διάφορα, στην πράξη όμως δεν γίνεται να τα διαχωρίσεις, εκτός αν το κράτος μπορεί να διαθέτει έναν αστυνομικό για τον καθένα που κατεβαίνει στον δρόμο για να διαμαρτυρηθεί.
Θα μπορούσαμε, επίσης, να έχουμε ένα σύστημα παρακολούθησης των δημόσιων χώρων μέσω καμερών, όπως έχουν στην Κίνα. Αλλά η Κίνα είναι αστυνομικό κράτος και, παρότι η δικτατορία τους είναι κομμουνιστική, δεν νομίζω να συμφωνούν με την ιδέα όσοι υπερασπίζονται το δικαίωμα στη διαμαρτυρία. Και αφού δεν μπορούμε να τα ξεχωρίσουμε, το ζήτημα καταλήγει στο δίλημμα μεταξύ δύο αγαθών: το δικαίωμα στη διαμαρτυρία και το δικαίωμα στην ασφάλεια. Εννοείται ότι θα θέλαμε και τα δύο, πρέπει όμως να διαλέξουμε γιατί δεν υπάρχει χώρος και για τα δύο.
Εδώ το πρόβλημα είναι ότι, εφόσον τα πράγματα φτάσουν σε αυτό το σημείο, δεν μένει καθόλου χώρος για τη μετριοπάθεια και τον διάλογο, δεν μένει χώρος για αυτό που ονομάζουμε κέντρο του πολιτικού φάσματος. Οταν η επιλογή μεταξύ ασφάλειας και ελεύθερης έκφρασης γίνεται δίλημμα, εκείνη που πληρώνει τον λογαριασμό στο τέλος είναι η Δημοκρατία. Τέτοιου τύπου συνθήκες οδήγησαν τη Δημοκρατία της Βαϊμάρης στο τέλος της και επέτρεψαν την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία. Ενα παρόμοιο δίλημμα έκανε τους αστούς της Γερμανίας να υποστηρίξουν τον «βοημό δεκανέα», όπως τον έλεγε περιφρονητικά ο Χίντενμπουργκ. Και, όπως είδα, η Μαρίν Λε Πεν παρενέβη και αυτή με διάγγελμα, εξίσου προεδρικό στο ύφος με εκείνο του Μακρόν. Καταλαβαίνει ότι τα ερείπια θα τη βοηθήσουν να σκαρφαλώσει στην προεδρία της Γαλλικής Δημοκρατίας.
ΕΝΑ ΦΑΣΜΑ ΠΑΝΩ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ
Δεν θέλω να σας τρομάξω ή, μάλλον, ας είμαι ειλικρινής, θέλω να μοιραστώ μαζί σας τον δικό μου τρόμο. Οπως έχουν τώρα τα πράγματα, αν αύριο γίνονταν εκλογές, η Λε Πεν θα γινόταν η πρώτη γυναίκα πρόεδρος της Γαλλίας. Στην Ιταλία κυβερνά ήδη η Μελόνι, η οποία ωστόσο πολιτεύεται μετριοπαθώς. Αν και η Γερμανία αποκτήσει κυβέρνηση με βασικό συντελεστή την Ακροδεξιά, τότε τι γίνεται με το project «Ενωμένη Ευρώπη»; Το μόνο που με παρηγορεί είναι ότι η αποσυναρμολόγηση της Ενωσης είναι δυσκολότερη υπόθεση από τη δημιουργία της. Ισως να είναι η πολυπλοκότητα του εγχειρήματος εκείνο που τη σώζει.