Ή εμείς ή το κανίς
Την επόμενη ημέρα από τις ενδιάμεσες εκλογές στην Αμερική και αμέσως μετά τις δύο σφαλιάρες που έφαγε ο πλανητάρχης Τραμπ (μία απ’ την καλή και μία απ’ την ανάποδη), κάλεσε τους δημοσιογράφους σε μια πρες κόμφερανς στον Λευκό Οίκο.
Δηλαδή όχι ακριβώς στον οίκο, στο παράσπιτο που χτίζει από δίπλα. Τι παράσπιτο δηλαδή, κοτζάμ αίθουσα χορού να χωράει ίσαμε χίλιους νοματαίους σε καθιστό και τους διπλούς στο όρθιο.
(Εν τω μεταξύ, γράφω σ’ ένα καφέ ξενοδοχείου και ακούω μια κυρία να διαμαρτύρεται εντόνως γιατί την ενοχλεί το σκυλάκι της διπλανής, ένα υπέροχο κανίς).
Τους κάλεσε λοιπόν τους δημοσιογράφους στο γιαπί του Μελάθρου και όλοι περιμέναν ν’ ακούσουν πώς το πήρε το στραπάτσο για τους Ρεπουμπλικανούς που έλαβε χώρα την προηγουμένη, αλλά αυτός είχε άλλο καημό στο κεφάλι του (αν έχει κάτι το κεφάλι του, γιατί πολλοί αμφιβάλλουν). Αντ’ αυτού, ο σπιτονοικοκύρης του Λευκού άρχισε να τους απαριθμεί ένα ένα τα προτερήματα του υπό ανέγερση κτιρίου.
– Κοιτάχτε, κόσμε, τσ’ έλεγε (γιατί είναι και βλάχος ο βαψομαλλιάς), κοιτάχτε τις δοκούς στη στέγη. Τις έχω πολύ βαριές. Κοιτάχτε τον χάλυβα, παχιός παχιός. Αυτοί, μην τους βλέπετε έτσι, μπορεί να αντέξουνε και είκοσι ελικόπτερα στην καθισά τους. Ασε τη στέγη, την έχω πολύ αλεξίσφαιρη. Και πύραυλο να με ρίξουνε (εδώ για ανεξήγητους λόγους έγινε λίγο Βορειοελλαδίτης), θα σ’ τον εξοστρακίσω.
(Η κυρία δίπλα να ωρύεται «δεν το θέλω το βρωμόσκυλο, με κοιτάει περίεργα και άι αμ εφρέιντ θα μου χιουμήξει).
– Και τώρα, αγαπητοί μου (συνεχίζει ο πλανητάρχης), θα ζητήσω η φαντασία σας να οργιάσει (καμία σχέση με τα όργια του Επστιν, που εγώ ούτε που ήταν φίλος μου. Κι αυτά που λένε ότι του είχα στείλει μια κάρτα κάποια Χριστούγεννα και του είχα ζωγραφίσει για το καλό του χρόνου ένα πιπίνι με την υπογραφή μου στο πιπί της είναι ψέματα. Είναι φέικ του κερατά). Και συνεχίζω απτόητος, φανταστείτε λοιπόν τώρα όλο αυτό το πάτωμα, μην το βλέπετε έτσι τώρα με το τσιμεντογάρμπιλο, φανταστείτε το στρωμένο με μάρμαρο και το ταβάνι τίγκα στον πολυέλαιο. Ε, τι άλλο πια να σας κάνω;
– Τίποτα άλλο, κύριε πρόεδρε, για το καραγιαπί. Το μόνο να μας πείτε τι φταίει που χθες στις εκλογές σάς έφαγε η μαρμάγκα.
– Τι να σας πω. Δεν φταίω εγώ για τη μαρμάγκα· φταίνε ο πόλεμος στο Ιράν και η ακρίβεια. Αλλά, αν θέλετε τη γνώμη μου, τον πόλεμο θα τον ξανάκανα. Την ακρίβεια, αφήστε με δυο χρόνια να το ξανασκεφτώ και βλέπουμε.
Εδώ η κυρία από δίπλα τα έχει πάρει στην κράνα κανονικά.
– Θα σας πάω στην Αστυνομία. Θα σας κάνω μήνυση. Θέλω τα λεφτά μου πίσω· είστε βρωμοφιλόζωοι και βίγκαν. Λοιπόν, τελευταία λέξη. Ή το πετάτε έξω κλωτσηδόν το ψοφόσκυλο ή παίρνω τα παιδιά μου και την Ουκρανέζα μου και φεύγουμε. Ή εμείς ή το κανίς.
– Το κανίς, κυρά μου. Το κανίς.