Το αγγλικό πείραμα
Τον Νοέμβριο του 1999, το Palazzo Vecchio της Φλωρεντίας είχε φιλοξενήσει μια ασυνήθιστη συνάντηση, αναγεννησιακών φιλοδοξιών. Γύρω από τον αμερικανό πρόεδρο Κλίντον είχαν συγκεντρωθεί οι ηγέτες πέντε ακόμη μεγάλων χωρών – ο Τόνι Μπλερ της Βρετανίας, ο Ιταλός Ντ’ Αλέμα, ο Γάλλος Ζοσπέν, ο Γερμανός Σρέντερ και ο Καρντόζο της Βραζιλίας. Εκπροσωπούσαν όλοι το ίδιο πολιτικό-ιδεολογικό ρεύμα. Μια φιλελεύθερη εκδοχή σοσιαλδημοκρατίας, που θριάμβευε εκλογικά εκείνη την εποχή και κυβερνούσε τις 13 από τις 15 χώρες της Ευρωπαϊκής Ενωσης (περιλαμβανομένης της Ελλάδας). Από την πατρίδα των Μεδίκων, οι πιο διακεκριμένοι πρωταγωνιστές του ρεύματος επιχειρούσαν να εμφανιστούν ως ενιαία και ηγεμονική πολιτική δύναμη του δυτικού κόσμου.
Το βρετανικό Εργατικό Κόμμα ήταν βασικό συστατικό αυτού του κύματος. Ο Μπλερ είχε κερδίσει τις εκλογές την πρωτομαγιά του 1997, βάζοντας τέλος σε δύο δεκαετίες κυριαρχίας των Συντηρητικών. Ενα μήνα αργότερα, οι σοσιαλιστές κέρδιζαν τις εκλογές στην Γαλλία και ύστερα από έναν χρόνο ο σοσιαλδημοκράτης Σρέντερ διαδεχόταν τον Κολ στην καγκελαρία, έπειτα από 16 ολόκληρα χρόνια. Τα νερά άλλαζαν φορά. Οπως στις αρχές της δεκαετίας του ’80 ένα ισχυρό ρεύμα έσπρωχνε τον κόσμο προς τα δεξιά, προς μια νέα, νεοφιλελεύθερη πολιτική ατζέντα (με πολλές εθνικές εξαιρέσεις, φυσικά, όπως στη Γαλλία, την Ισπανία ή την Ελλάδα) έτσι στα τέλη της δεκαετίας του ’90 ένα αντίστοιχο ρεύμα έσπρωχνε προς μια νέα εκδοχή Κεντροαριστεράς. Στο ιδεολογικό πρόσημο της οποίας, οι Εργατικοί του Μπλερ είχαν πρωταγωνιστικό ρόλο. Ηταν εκείνοι που της έδωσαν την ταυτότητα του «Τρίτου δρόμου».
Ο όρος προέρχεται από ένα πολυσυζητημένο βιβλίο του 1998, του Αντονι Γκίντενς. Η ιδέα ήταν πως, για να επιστρέψει, η Σοσιαλδημοκρατία έπρεπε να κάνει ένα rebranding. Να μετακινηθεί προς το Κέντρο και να βρει έναν τρίτο δρόμο ανάμεσα στον θατσερικό νεοφιλελευθερισμό και τον παλιό, σοσιαλιστικό της κρατισμό. Εναν δρόμο συμφιλιωμένο με την οικονομία της αγοράς και την παγκοσμιοποίηση, που δεν θα ανέτρεπε τις ιδιωτικοποιήσεις και τις αλλαγές στην αγορά εργασίας που είχαν σαρώσει το παλιό μεταπολεμικό σύστημα, αλλά θα τις ρύθμιζε και θα αντιμετώπιζε τις πιο ακραίες, αντικοινωνικές συνέπειές τους.
Η μετατόπιση εξασφάλισε εκλογική επιτυχία. Αλλά η επιτυχία είχε ένα τίμημα. Η Θάτσερ, όταν κάποιος τη ρώτησε κάποτε ποια θεωρεί τη μεγαλύτερη επιτυχία της, είχε απαντήσει: «τον Τόνι Μπλερ και τους Νέους Εργατικούς». «Υποχρεώσαμε», έλεγε, «τους αντιπάλους μας να μας μοιάσουν». Ο αφορισμός της επιβεβαιώθηκε, όταν χτύπησε η κρίση, το 2008. Η σοσιαλδημοκρατία δεν αντιπροσώπευε πια μια λύση στο πρόβλημα. Ηταν, στα μάτια του δικού της εκλογικού σώματος, μέρος του προβλήματος. Αρχισε έτσι μια περίοδος μεγάλης παρακμής, που στη διεθνή βιβλιογραφία έμεινε με έναν ελληνικής έμπνευσης όρο – ως pasokification.
Ηρθαν κατόπιν τα χρόνια της «διόρθωσης». Στα χρόνια μετά την κρίση, τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα – με πρώτους και πάλι τους Εργατικούς του Μίλιμπαντ – επιχείρησαν τα ίδια μια «στροφή στα αριστερά», χωρίς επιτυχία. Αλλού υπερκεράστηκαν από νέα, ριζοσπαστικά ή λαϊκίστικα αριστερά σχήματα, όπως ο ΣΥΡΙΖΑ στην Ελλάδα, οι Podemos στην Ισπανία, εν μέρει και τα «5 Αστέρια» στην Ιταλία. Οι εκλογικές ήττες του 2019 ήταν το τέλος του πειράματος.
Η εκλογική ήττα του ΣΥΡΙΖΑ στην Ελλάδα συνέπεσε με την εκλογική συντριβή της υπεραριστερής εκδοχής των Εργατικών του Τζέρεμι Κόρμπιν στη Βρετανία, όπου είχαν το χειρότερο αποτέλεσμα στην ιστορία του κόμματος, από τη δεκαετία του ’30. Στο μεταξύ, το πολιτικό εκκρεμές στην Ευρώπη είχε αρχίσει να μετακινείται και πάλι, προς την ακραία, ριζοσπαστική Δεξιά. Στη Βρετανία, τη Γαλλία, τη Γερμανία, οι εκπρόσωποί του προηγούνται στις δημοσκοπήσεις και χτυπούν την πόρτα της εξουσίας.
Απέναντί τους, οι εκδοχές «νέου Κέντρου» α λα Μακρόν εξάντλησαν τα όριά τους. Και η επιστροφή μιας πιο κεντρώας εκδοχής Εργατικών στην εξουσία, στις ειδικές συνθήκες διαρκούς κρίσης που έχει προκαλέσει το Brexit, οδήγησε στην έξωση του έκτου στη σειρά βρετανού πρωθυπουργού μέσα σε δέκα χρόνια.
Ο νέος ηγέτης των Εργατικών, λοιπόν, που ενθρονίζεται σήμερα ως πρωθυπουργός, καλείται να βρει απαντήσεις σε δύο δύσκολα ερωτήματα. Ενα ειδικό, που αφορά τη χώρα του: Μπορεί να ανατρέψει τις βαριές συνέπειες του Brexit, χωρίς να ανατρέψει το ίδιο το αποτέλεσμα εκείνου του μοιραίου δημοψηφίσματος; Κι ένα γενικό, που μας ενδιαφέρει όλους: Μπορεί η σοσιαλδημοκρατία, η Κεντροαριστερά ή όπως αλλιώς την ονομάσουμε, να βρει μια συνταγή που να της δώσει όχι απλώς μια πρόσκαιρη εκλογική νίκη αλλά την ικανότητα να ξαναγίνει ηγεμονική δύναμη; Κι ένα «αφήγημα» που να τη συνδέσει με το λαϊκό αίσθημα και να βάλει φραγμό στην επικίνδυνη άνοδο της Ακροδεξιάς;