Σημαντικές οι διατακτικές σίτισης για 3 στους 4 εργαζομένους
Σημαντικό εργαλείο στην ενίσχυση των οικονομικών των εργαζομένων αποτελούν οι διατακτικές σίτισης. Είναι ενδεικτικό ότι σήμερα στη χώρα μας περίπου ένας στους τέσσερις εργαζομένους λαμβάνει παροχή σίτισης μέσω διατακτικών ή κάρτας από τον εργοδότη του, είτε τακτικά είτε περιστασιακά, ενώ η πλειονότητα των εργαζομένων λαμβάνει την παροχή αυτή για τουλάχιστον μία τριετία. Ωστόσο, η Ελλάδα βρίσκεται χαμηλά σε σχέση με άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ενωσης, αν και όλο και περισσότερες επιχειρήσεις παρέχουν στους εργαζομένους τους αυτή την ενίσχυση, οι οποίοι τη θεωρούν σημαντική παροχή για την κάλυψη καθημερινών αναγκών.
Με χθεσινή κοινή επιστολή τους προς το υπουργείο Εθνικής Οικονομίας οι κοινωνικοί εταίροι (ΓΣΕΕ, ΣΕΒ, ΓΣΕΒΕΕ, ΕΣΕΕ, ΣΕΤΕ, ΣΒΕ) ζήτησαν την αύξηση του ημερήσιου ορίου παροχής σίτισης των εργαζομένων από τα 6 ευρώ που είναι σήμερα στα 10 ευρώ. Το αίτημα συνδέεται τόσο με τη μείωση της αγοραστικής δύναμης των μισθωτών όσο και με την προσπάθεια των επιχειρήσεων να προσελκύουν και να διατηρούν καταρτισμένο προσωπικό, προσφέροντας περισσότερο ανταγωνιστικές παροχές.
Οπως επισημαίνει η Γενική Συνομοσπονδία Εργατών Ελλάδος (ΓΣΕΕ), το συγκεκριμένο όριο παραμένει αμετάβλητο στα 6 ευρώ από το 2004, όταν θεσπίστηκε με τον νόμο 3296/2004. Εκτοτε, ωστόσο, η οικονομική κρίση και οι συνεχείς ανατιμήσεις έχουν επιβαρύνει σημαντικά τα εισοδήματα των εργαζομένων. Σύμφωνα με τους κοινωνικούς εταίρους, η διατήρηση του ποσού στα ίδια επίπεδα για περισσότερα από 20 χρόνια δεν ανταποκρίνεται πλέον στο σημερινό κόστος διαβίωσης και στις πραγματικές τιμές των γευμάτων κατά τη διάρκεια της εργασίας.
Μάλιστα στην επιστολή τους κάνουν αναφορά και στα δεδομένα άλλων ευρωπαϊκών χωρών, όπου η αξία της παροχής σίτισης μπορεί να αντιστοιχεί ακόμη και στο 25% του κατώτατου μισθού. Στην Ελλάδα, αντίθετα, η συγκεκριμένη αναλογία περιορίζεται στο 13,6% του κατώτατου μισθού, την ώρα που περίπου ένας στους τρεις εργαζομένους αμείβεται με τις κατώτατες αποδοχές.
Στοιχεία έρευνας του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ, που εκπονήθηκε με την υποστήριξη της Edenred, δείχνουν ότι η πρακτική των διατακτικών ή καρτών σίτισης έχει πλέον αποκτήσει ευρύτερη παρουσία στην ελληνική αγορά εργασίας, σε μια περίοδο κατά την οποία το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών εξακολουθεί να πιέζεται από το αυξημένο κόστος ζωής και τις τιμές των τροφίμων.
Η έρευνα καταγράφει ότι η πλειονότητα των εργαζομένων που λαμβάνει την παροχή αυτή την έχει εντάξει στην καθημερινότητά της. Συγκεκριμένα, το 46,7% δηλώνει ότι λαμβάνει παροχή σίτισης για περισσότερα από τρία χρόνια, ενώ το 42,4% για διάστημα από ένα έως τρία χρόνια.
Η έρευνα δείχνει επίσης ότι η χρήση των διατακτικών ή των καρτών σίτισης πραγματοποιείται κυρίως για αγορές σε σουπερμάρκετ (95,7%) από τη μεγάλη πλειοψηφία των εργαζομένων (92,4%) με τους τρεις στους τέσσερις εργαζομένους να την αξιολογούν ως αρκετά ή πολύ σημαντική και με τους περισσότερους (52,7%) να θεωρούν ότι το παρεχόμενο ποσό τούς επιτρέπει να ξοδεύουν περισσότερα χρήματα για την αγορά τροφίμων.
Μάλιστα, ένας στους δύο εργαζομένους δηλώνει ότι η λήψη της παροχής σίτισης συμβάλλει στο να έχει λιγότερο άγχος για την κάλυψη των δαπανών διατροφής, ενώ το 55,4% θεωρεί την παροχή σίτισης και ως μια πρακτική λύση για την καθημερινή διατροφή. Σύμφωνα με την έρευνα του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ από την πλευρά των επιχειρήσεων κυρίαρχοι λόγοι για την παροχή σίτισης αποτελούν η στήριξη της αγοραστικής δύναμης των εργαζομένων (62,5%), τα φορολογικά οφέλη (54,2%), η διατήρηση του προσωπικού (40%) αλλά και λόγοι που σχετίζονται με την εταιρική κουλτούρα και την κοινωνική ευθύνη (39,2%).