Ο Οδυσσέας στο Βιετνάμ
Είδα, επιτέλους, την «Οδύσσεια» του Νόλαν. Στον καλοκαιρινό κινηματογράφο της Σύρου. Και μπορεί μεν να έχασα την κινηματογραφική εμπειρία του IMAX, αλλά έχει μια ιδιαίτερη σημασία για εμένα το ότι είδα την πιο πολυσυζητημένη ταινία των τελευταίων ετών στο σινεμά όπου θεμελιώθηκε η κινηματογραφική μου μυθολογία. Εδώ όπου, πολύ συχνά, έπαιζαν τις ίδιες ταινίες για τρία, τέσσερα, πέντε καλοκαίρια – κάμποσα χρόνια μετά την πρώτη τους προβολή – κι έχω δει από το «Κορίτσια για φίλημα» έως τον «Μπεν Χουρ».
Με ηχητικές παρεμβολές από τις βεγγέρες στα γύρω σπίτια και μυρωδιές από το διπλανό τηγανιτζίδικο, όπου, στο διάλειμμα, τρέχαμε όλη η πιτσιρικαρία για να πάρουμε χάρτινα χωνάκια με τηγανητά πατατάκια και μαριδάκια, fish ‘n’ chips δηλαδή στη συριανή τους εκδοχή. Σε εποχές που το σινεμά ήταν «διαδραστικό», με εμάς τα παιδιά να φωνάζουμε και να χειροκροτούμε στις καπιτάλε σκηνές.
Τι έχει αλλάξει από τότε; Η ταινία προβλήθηκε στη Σύρο ούτε δύο εβδομάδες μετά το παγκόσμιο «άνοιγμά» της. Κι έξω από τον κινηματογράφο υπήρχε ουρά που ξεπερνούσε τα πενήντα μέτρα, πρωτοφανές για το νησί. Κατά τα άλλα, όλα, περίπου, ίδια. Αντε να υπερτερούσε της τσίκνας του τηγανιτζίδικου η μυρωδιά των βουτυράτων ποπκόρν. Κι επειδή τα τρία άτομα που πήγαμε μαζί, λόγω του αδιαχώρητου, καθίσαμε σε σκόρπιες θέσεις, σχολίαζα με την άγνωστη διπλανή μου κυρία σκηνές και διαλόγους. Για εμένα λοιπόν ήταν οι καλύτερες συνθήκες για να δω ένα μεγάλο, χορταστικό, κινηματογραφικό παραμύθι.
Είναι όμως μόνο αυτό η «Οδύσσεια», μια ταινία που τη συζητάμε μήνες πριν από την προβολή της; Και μας είχε πιάσει η εθνική αγωνία να μετράμε με το υποδεκάμετρο το αν και κατά πόσο ξεφεύγει από το αρχικό κείμενο, από το πνεύμα του Ομήρου, συμπεραίνοντας αυθαιρέτως το τι ήθελε να πει ο ποιητής; Ξεχνώντας ότι στην ποίηση και τη λογοτεχνία γενικότερα δεν έχει σημασία μόνο το τι θέλει να πει ο ποιητής, αλλά, κυρίως, τι προσωπικές προβολές κάνει ο καθένας μας πάνω σε αυτό που λέει. Και είναι το «ελευθέρας» σε αυτές τις προβολές που κάνει ένα έργο σπουδαίο και κλασικό.
Ναι, μέχρι τη μέση, περίπου, της ταινίας έβλεπα ένα ωραίο παραμύθι. Δεν μπορεί όμως, έλεγα από μέσα μου, ο σκηνοθέτης του «Οπενχάιμερ» να έκανε μόνο αυτό. Κάτι άλλο θέλει να πει που δεν το έχω πιάσει, σκεφτόμουν. Και στη σκηνή της άλωσης της Τροίας, νομίζω, «είδα» την αλήθεια. Ο Νόλαν αποτύπωσε στην «Οδύσσεια» το συλλογικό τραύμα των Αμερικανών για το Βιετνάμ.
Ο Οδυσσέας του Ματ Ντέιμον είναι, όπως πολύ σωστά έγραψε ο Γιάννης Ζουμπουλάκης, ένας άνθρωπος σε βαθιά κατάθλιψη για όσα ο ίδιος προκάλεσε με το σχέδιο του δούρειου ίππου. Δεν έχει τίποτα το ηρωικό, παραδίνεται απλώς στην «κοινοτοπία του κακού». Από ‘κεί και πέρα, οι αναφορές του στους νεκρούς συντρόφους του με παρέπεμπαν στον «Ελαφοκυνηγό».
Δεν θα μου έκανε εντύπωση αν μέσα από τα αρχαία ρούχα του έβγαζε ένα κουτί με αντικαταθλιπτικά ή αν στον λαιμό του φορούσε τη σιδερένια στρατιωτική του ταυτότητα. Τον βλέπουμε αντιμέτωπο με τη συνείδησή του όταν οι άλλοι σφάζουν γυναικόπαιδα στην Τροία. Το ομολογεί ο ίδιος στην Πηνελόπη όταν της λέει ότι, μετά την εμπειρία του πολέμου, δεν είναι πλέον ο ίδιος άνθρωπος.
Και την άλλη μέρα είδα ένα βίντεο φτιαγμένο από την τεχνητή νοημοσύνη, με την «Οδύσσεια» και το «Αποκάλυψη τώρα» να γίνονται ένα πράγμα. Με τον σκληρό λοχία που ενσάρκωνε στην ταινία του Κόπολα ο Ρόμπερτ Ντιβάλ ως Πολύφημο, την Κίρκη ως βιετναμέζα αγρότισσα και την Πηνελόπη νοικοκυρά από το Τέξας. Ηρθε κι έδεσε, που λένε. Και συνειδητοποίησα, για άλλη μία φορά, το λάθος να κρίνουμε κάτι μέσα από τα «γυαλιά» του μικρόκοσμού μας.
Ενστάσεις
Εντάξει, για να τα λέμε όλα, η σκηνή με τους Λαιστρυγόνες ως Ρόμποκοπ μου φάνηκε πολλή αμερικανιά. Μου έλειψε η συνάντηση του Οδυσσέα με τη νεκρή μητέρα του, την Αντίκλεια. Και περισσότερο απ’ όλα μού έλειψε το νησί των Φαιάκων, εκεί όπου ο Οδυσσέας ακούει να διηγούνται τα κατορθώματά του χωρίς να ξέρουν ποιος είναι και αναλύεται σε δάκρυα.
Με ενόχλησε η μαύρη Ωραία Ελένη; Ούτε που το πρόσεξα. Είδα κυρίως μια σημαδεμένη Ωραία Ελένη που προκαλεί υπόνοιες ότι έχει κακοποιηθεί.