Ιός Δυτικού Νείλου: Οι επιστήμονες εκπέμπουν SOS
Σήμα κινδύνου εκπέμπουν οι επιστήμονες στη χώρα μας εξαιτίας του αυξημένου αριθμού κρουσμάτων ιού του Δυτικού Νείλου, με αιχμές για κενά στην προστασία της δημόσιας υγείας. Μάλιστα, η Ελληνική Εταιρεία Λοιμώξεων ζητεί την άμεση κλιμάκωση των μέτρων ώστε να περιοριστεί – έστω και καθυστερημένα – η μετάδοση, την ώρα που τα επίσημα δεδομένα δείχνουν ότι η ζώνη επηρεαζόμενων και υψηλού κινδύνου περιοχών καλύπτει πλέον το 53% των δήμων της πυκνοκατοικημένης Αττικής.
Σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία, έως την περασμένη Τετάρτη είχαν επιβεβαιωθεί 110 εγχώρια κρούσματα, εκ των οποίων 81 με προσβολή του κεντρικού νευρικού συστήματος, ενώ είχαν καταγραφεί 9 θάνατοι. Η εικόνα αυτή καταδεικνύει ότι η χώρα βρίσκεται σε περίοδο ενεργού μετάδοσης, ενώ η περίοδος αυξημένης δραστηριότητας των κουνουπιών βρίσκεται ακόμη σε εξέλιξη. Υπό τις εξελίξεις αυτές, η Ελληνική Εταιρεία Λοιμώξεων εκφράζει «έντονη ανησυχία» και, αναγνωρίζοντας ότι το υπουργείο Υγείας, ο ΕΟΔΥ, οι περιφέρειες και οι δήμοι έχουν ήδη αναπτύξει δράσεις επιτήρησης και καταπολέμησης των κουνουπιών, ζητεί «άμεση επανεκτίμηση και, όπου απαιτείται, κλιμάκωση των υφιστάμενων δράσεων».
Το μήνυμα των λοιμωξιολόγων είναι σαφές: οι παρεμβάσεις πρέπει να γίνονται «στο σωστό σημείο, στον σωστό χρόνο και με επαρκή ένταση», με βάση τα επιδημιολογικά και εντομολογικά δεδομένα. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στην εντατικοποίηση της προνυμφοκτονίας σε φρεάτια ομβρίων, ρέματα και αρδευτικά κανάλια, με τις εφαρμογές να επαναλαμβάνονται ανάλογα με την αποτελεσματικότητά τους και όχι βάσει ενός προκαθορισμένου ημερολογίου.
Παράλληλα, ζητείται άμεση και στοχευμένη ακμαιοκτονία όπου υπάρχει ενεργός μετάδοση, όχι «αδιάκριτος ψεκασμός», αλλά ταχεία μείωση της πυκνότητας των ενήλικων κουνουπιών στις εστίες μετάδοσης. «Δεν είναι αργά για να παρέμβουμε», υπογραμμίζει η Εταιρεία, επισημαίνοντας ότι η μείωση του πληθυσμού των διαβιβαστών μπορεί να περιορίσει τη μετάδοση τις επόμενες εβδομάδες.
Δημοσιοποίηση των δεδομένων
Ιδιαίτερη βαρύτητα έχει, ωστόσο, το αίτημα για δημοσιοποίηση των επιχειρησιακών δεδομένων. Το υπουργείο Υγείας και ο ΕΟΔΥ καλούνται να δώσουν στη δημοσιότητα πόσες προνυμφοκτονικές και ακμαιοκτόνες εφαρμογές έχουν πραγματοποιηθεί το 2026, σε ποιους δήμους και σε ποια έκταση. Ζητείται ακόμη εβδομαδιαία ενημέρωση για τον αριθμό των παγίδων και των δειγμάτων κουνουπιών, τα θετικά δείγματα, αλλά και τις έκτακτες παρεμβάσεις που πραγματοποιήθηκαν μετά την εμφάνιση ανθρώπινων κρουσμάτων.
Παράλληλα, η Εταιρεία ζητεί να καταγράφεται για κάθε περιοχή ο χρόνος από την αναγγελία του κρούσματος έως την εντομολογική διερεύνηση και την πρώτη στοχευμένη παρέμβαση, ώστε να υπάρχει ένας «δείκτης επιχειρησιακής αποτελεσματικότητας του συστήματος».
Αιτείται επίσης έναν δυναμικό, κοινό χάρτη κινδύνου που θα συνδυάζει ανθρώπινα κρούσματα, θετικά κουνούπια, πυκνότητα κουνουπιών, περιβαλλοντικά δεδομένα και τις παρεμβάσεις καταπολέμησης. Παράλληλα, εστιάζει στην ειδική προστασία των ευάλωτων ομάδων και στην ανάγκη ετοιμότητας του ΕΣΥ.
Αναφορά γίνεται όμως και στην ανάγκη άμεσης διάγνωσης και επάρκειας των νοσοκομειακών υποδομών. «Η έγκαιρη διάγνωση είναι κρίσιμη τόσο για την κλινική αντιμετώπιση όσο και για την επιδημιολογική επιτήρηση», σημειώνει η Εταιρεία, ζητώντας να εξασφαλιστούν εργαστήρια ώστε οι διαγνωστικές εξετάσεις για τον ιό να γίνονται άμεσα, χωρίς καθυστερήσεις. Παράλληλα, θέτει και το ζήτημα των ΜΕΘ, αναφέροντας ότι «εν μέσω θέρους πολλές κλίνες ΜΕΘ είναι κλειστές λόγω απολύμανσης» με ό,τι αυτό συνεπάγεται σε περίπτωση αύξησης των κρουσμάτων και των επιπλοκών.
Ερωτήματα σχετικά με την επάρκεια, τον έγκαιρο σχεδιασμό και την αποτελεσματικότητα των προγραμμάτων κουνουποκτονίας που εφαρμόστηκαν στην Αττική εκφράζει και ο Ιατρικός Σύλλογος Αττικής (ΙΣΑ). «Οταν τα προγράμματα καταπολέμησης των κουνουπιών δεν εφαρμόζονται έγκαιρα, συστηματικά και με τον απαιτούμενο συντονισμό, το βάρος της προστασίας μεταφέρεται αναπόφευκτα στον ίδιο τον πολίτη και στα μέτρα ατομικής προφύλαξης», υπογραμμίζεται. «Η διάσταση αυτή είναι ιδιαίτερα σημαντική, καθώς δεν υπάρχει ειδική αντιιική θεραπεία για τη λοίμωξη από τον ιό του Δυτικού Νείλου ούτε εμβόλιο για τον άνθρωπο», αναφέρεται μεταξύ άλλων στη χθεσινή ανακοίνωση του Συλλόγου.
Η Αττική στο επίκεντρο, όπως το 2018
Εν τω μεταξύ, στο επίκεντρο της επιδημιολογικής εικόνας του ιού του Δυτικού Νείλου βρίσκεται και πάλι η Αττική, με τα σημερινά δεδομένα να παραπέμπουν, ως προς τη γεωγραφική διασπορά, στο 2018. Εκείνη τη χρονιά καταγράφηκαν δύο αρνητικά ρεκόρ: 317 κρούσματα και 51 θάνατοι. Εξίσου σημαντική ήταν όμως η ευρεία διασπορά του ιού στην Αττική και στην υπόλοιπη χώρα, με κρούσματα σε μεγάλο μέρος του Λεκανοπεδίου.
Στα χρόνια που ακολούθησαν, εντούτοις, τα επίσημα δεδομένα του ΕΟΔΥ δείχνουν σαφώς πιο περιορισμένη κυκλοφορία στην Αττική. Το 2023 δεν καταγράφηκε επιβεβαιωμένο κρούσμα στην Περιφέρεια, το 2024 ο ιός εντοπίστηκε σε μόλις 5 δήμους και το 2025 σε 15.
Φέτος, ωστόσο, η εικόνα έχει αλλάξει σημαντικά. Ο ΕΟΔΥ έχει χαρακτηρίσει 27 δήμους της Αττικής ως επηρεαζόμενους, δηλαδή με καταγεγραμμένο ανθρώπινο κρούσμα, ενώ άλλοι 8 δήμοι χαρακτηρίζονται υψηλού κινδύνου. Κρούσματα καταγράφονται, πάντως, και σε άλλες περιοχές της χώρας, και πιο συγκεκριμένα στη Θεσσαλία και τη Μακεδονία. Οι ειδικοί επισημαίνουν ότι η εξέλιξη της κυκλοφορίας του ιού δεν μπορεί να προβλεφθεί με ακρίβεια, ούτε ως προς τις περιοχές που θα επηρεαστούν ούτε ως προς την ένταση της μετάδοσης τις επόμενες εβδομάδες.