ΣτΕ: Oριστικό «όχι» στην επαναφορά 13ου και 14ου μισθού στο Δημόσιο
«Οχι» στην επαναφορά των επιδομάτων εορτών και της αδείας για τους δημοσίους υπαλλήλους είπε με απόφασή της η Ολομέλεια του ΣτΕ. Το Ανώτατο Δικαστήριο της χώρας, υπό τον πρόεδρό του Μιχάλη Πικραμένο και με εισηγητή τον Ι. Μιχαλακόπουλο, έκρινε ότι ο νομοθέτης δεν παραβίασε ούτε το Σύνταγμα ούτε το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ενωσης, όταν «έκοψε» τον δρόμο για την επαναφορά των δώρων στους δημοσίους υπαλλήλους. Η απόφαση αυτή εκδόθηκε στο πλαίσιο «πρότυπης δίκης» έπειτα από αγωγή που είχε ασκήσει δημόσιος υπάλληλος στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών, ζητώντας δύο επιπλέον βασικούς μισθούς για κάθε έτος, ενώ παρέμβαση υπέρ αυτού είχε ασκήσει και η ΑΔΕΔΥ.
Το σκεπτικό
Η απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας ελήφθη με γνώμονα, όπως αναφέρεται στο σκεπτικό, τη δημοσιονομική πορεία της χώρας μετά το έτος 2018 και τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ σχετικά με το «όριο φτώχειας», αλλά και το εάν ο νομοθέτης δεσμεύεται από την Οδηγία 2022/2041 για «επαρκείς κατώτατους μισθούς στην Ευρωπαϊκή Ενωση».
Συγκεκριμένα, όπως αναφέρεται στην επίσημη ανακοίνωση του Ανώτατου Δικαστηρίου, διά του εκπροσώπου Τύπου, παρέδρου του ΣτΕ Νίκου Σεκέρογλου, οι ανώτατοι δικαστές έχοντας υπόψη τους στοιχεία για τη δημοσιονομική πορεία της χώρας μετά το έτος 2018 και τις συναφείς υποχρεώσεις που ανέλαβε η Ελλάδα στο πλαίσιο του λεγόμενου «Αναθεωρημένου Ευρωπαϊκού Πλαισίου Οικονομικής Διακυβέρνησης», καθώς και στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής σχετικά με το «όριο φτώχειας», προχώρησαν «σε επισκόπηση της πορείας των ρυθμίσεων του μισθολογικού καθεστώτος των δημοσίων υπαλλήλων μετά τον (ισχύοντα και σήμερα, σχετικό) ν. 4354/2015 και της εκτιμώμενης πρόσθετης, πάγιας, ετήσιας δημοσιονομικής επιβάρυνσης που προκαλούσαν όχι μόνον οι κατά καιρούς γενικές ρυθμίσεις, αλλά και παράπλευρες, μισθολογικού χαρακτήρα ρυθμίσεις για ειδικές κατηγορίες ή καταστάσεις καθ’ όλο αυτό το διάστημα».
Υπό αυτό το πρίσμα το ΣτΕ, «έλαβε υπόψη την τάξη μεγέθους των εθνικά χρηματοδοτουμένων, καθαρών πρωτογενών δαπανών (όπου υπάγεται η μισθοδοσία, αλλά και δημόσιες επενδύσεις, οι δαπάνες για συντάξεις κ.ά.)». Και έκρινε, περαιτέρω, ότι «η ρύθμιση του γενικού μισθολογικού καθεστώτος των δημοσίων υπαλλήλων με τους νόμους 4354/2015, 5045/2023 και 5163/2024, καθώς και οι παράπλευρες, μισθολογικού χαρακτήρα ρυθμίσεις της πρόσφατης περιόδου αποτελούν μιαν επί μέρους πτυχή συνόλου πολιτικών οι οποίες ιεραρχούνται (με τρόπο ο οποίος υπόκειται σε οριακό δικαστικό έλεγχο) και αποτιμώνται στα κατά καιρούς ισχύσαντα Μεσοπρόθεσμα Πλαίσια, ενώ η προκαλούμενη από αυτές επιβάρυνση κινείται εντός των δημοσιονομικών πλαισίων».
Συνεπώς, κατά το Δικαστήριο «δικαιολογείται η διαχρονική στάση του νομοθέτη στο επίμαχο ζήτημα και από λόγους δημοσίου συμφέροντος, αναγόμενους στη δημοσιονομική ευστάθεια της χώρας, αν ληφθεί υπόψη – στο πλαίσιο του οριακού δικαστικού ελέγχου – η τάξη μεγέθους της πάγιας, επιπλέον επιβάρυνσης από τη χορήγηση αδιαφοροποίητα στο σύνολο των δημοσίων υπαλλήλων μιας παροχής τέτοιου ύψους (δύο επιπλέον βασικών μισθών ετησίως)».
Εξάλλου, η Ολομέλεια αποφάνθηκε πως «δεν προέκυψε ότι τίθεται σε κίνδυνο η αξιοπρεπής διαβίωση των μισθοδοτούμενων από τη μη χορήγηση των επίμαχων επιδομάτων». Ετσι, το ΣτΕ με επίκληση και της πάγιας νομολογίας του για τα περιθώρια εκτίμησης του εθνικού νομοθέτη σε ζητήματα δημοσιονομικής πολιτικής, έκρινε ότι ουδεμία αντισυνταγματική παράλειψη συνέτρεξε από την πλευρά του νομοθέτη.