Добавить новость
World News in Greek
Новости сегодня

Новости от TheMoneytizer

Τα μυστήρια του καλοκαιριού στη Σεβίλλη

Ta Nea 

«Για ακόμη μια φορά μου πηδάς τις διακοπές αφεντικό…».

«Αφεντικό έχουν μόνο τα σκυλιά…».

«Μην αλλάζεις θέμα…», ξεφύσηξε, «αρχηγέ…», συμπλήρωσε ο αστυνόμος Α’ Αχιλλέας Ροδακάς.

«Λοιπόν. Εχεις μπροστά σου μια ώρα το πολύ. Σου στέλνω τη διεύθυνση στο Viber», του είπε ο «αρχηγός» – διοικητής της Ειδικής Ομάδας Δίωξης Εγκλήματος – και του έκλεισε το τηλέφωνο στα μούτρα.

Ο αστυνόμος βλαστήμησε την τύχη του για δεύτερη, τρίτη, τέταρτη (;) φορά – είχε χάσει πλέον τον λογαριασμό – από τη στιγμή που είχε απαντήσει στη ρημαδιασμένη την κλήση και κοίταξε κάπου ψηλά. Εκεί που θα μπορούσε να υπάρχει κάτι. Γιατί σε μένα; ρώτησε από μέσα του αλλά απάντηση δεν πήρε. Δεν περίμενε και να πάρει βέβαια. Ποτέ δεν είχε πάρει. Πόσω μάλλον τώρα, που η ερώτησή του ήταν περισσότερο ρητορική. Ωστόσο, ή δεν υπήρχε κανείς εκεί ψηλά να του απαντήσει, ή αν υπήρχε δεν άκουγε….

Τι τύχη ήταν αυτή…, σκέφτηκε. Σκέφτηκε ακόμα όλα όσα του είχε πει ο «αρχηγός»: Η ελληνική πρεσβεία στη Μαδρίτη είχε ενημερωθεί από τον άμισθο – ισπανόφωνο – υποπρόξενο της Σεβίλλης για έναν φόνο και έναν Ελληνα που κανείς δεν μπορούσε να συνεννοηθεί μαζί του, και πως ο ίδιος ο πρέσβης είχε καλέσει την υπηρεσία στην Ελλάδα και είχε ρωτήσει αν κατά τύχη κάποιος έλληνας αξιωματικός βρισκόταν στη Σεβίλλη και είχε τη δυνατότητα να παρευρεθεί στον τόπο του εγκλήματος και να βοηθήσει τις τοπικές Αρχές να συνεννοηθούν με τον άντρα, γιατί η ειδική ομάδα με τον διερμηνέα θα καθυστερούσε να φύγει από τη Μαδρίτη. Ηταν μάρτυρας; Ηταν ύποπτος; Δεν είχαν καταφέρει να βγάλουν άκρη… Πάντως η πρεσβεία είχε κινητοποιηθεί άμεσα γιατί ήταν κάποιος που είχε τις κατάλληλες διασυνδέσεις. Τώρα τι διασυνδέσεις… ο «αρχηγός» δεν του είχε πει. Και δεν θα του έλεγε ακόμα κι αν ήξερε. Από πείρα γνώριζε βέβαια ότι τέτοιες εξυπηρετήσεις στην Ελλάδα γίνονται συνήθως από πολιτικούς…

Ο ήχος από το μήνυμα στο κινητό του τον έβγαλε από τις σκέψεις του. Aνοιξε το Viber. Είδε τη διεύθυνση. Αντιγραφή. Πήγε στην εφαρμογή google maps. Επικόλληση. Ο χάρτης του έδειξε το σημείο. Δεκαπέντε λεπτά με τα πόδια από κει που βρισκόταν. Aυτό κι αν ήταν τύχη…, σκέφτηκε, μειδίασε, και σήκωσε το χέρι στον σερβιτόρο για να πληρώσει. Αφησε πίσω του την καφετέρια Cappuccino Grand Café Sevilla και το μαγικό πέρασμα για τους κήπους του Murillo, και κατηφόρησε την Avenida de Carlos V, δίπλα από τους Kήπους του Πράδο ντε Σαν Σεμπαστιάν, ένα όμορφο δημόσιο πάρκο με πορτοκαλιές, σιντριβάνια και μικρές λιμνούλες, ένα βήμα από την εμβληματική, πολυφωτογραφημένη και κατάμεστη από τουρίστες Πλάθα ντε Εσπάνια. Εφτασε στο τέλος του δρόμου, συνάντησε ένα μικρό σουπερμάρκετ MAS&Go, διέσχισε τον δρόμο μπροστά του με γρήγορο βήμα και έστριψε αριστερά. Πέρασε τον δρόμο απέναντι και έφτασε στον προορισμό του. Tην είσοδο ενός πολυτελούς ξενοδοχείου.

Eίδε ένα περιπολικό της Policia National και δύο ένστολους απέξω να μιλάνε μεταξύ τους. Σκούπισε με την παλάμη του τον ιδρώτα από το μέτωπό του και στέγνωσε το χέρι του πάνω στο τζιν παντελόνι του. Ενιωσε τις κάλτσες του υγρές μέσα στα αθλητικά παπούτσια του. Η ζέστη ήταν αφόρητη. Η θερμοκρασία είχε ξεκινήσει στις 8 το πρωί με 35 βαθμούς και τώρα είχε φτάσει τους 43. Κόλαση ήταν η κατάλληλη λέξη για να περιγράψει κανείς αυτόν τον καύσωνα. Του το είχε πει βέβαια και ο κολλητός του – και συνάδελφός του στην Αθήνα: Πού θα πας ρε τρελέ; Η Σεβίλλη «βράζει» κάθε καλοκαίρι… Θα μαρτυρήσεις… Είναι το καζάνι της Ευρώπης! Σκέτη κόλαση. Και είχε δίκιο. Αλλά δεν είχε αλλάξει γνώμη. Οταν αποφάσιζε κάτι, αυτό ήταν. Δεν το άλλαζε. Δεν άλλαζε σχεδόν τίποτα. Ποτέ. Για κανέναν λόγο. Ετσι ήταν. Την ίδια επιμονή είχε και στη δουλειά του. Αν του έμπαινε μια ιδέα, δεν έκανε πίσω για κανέναν λόγο. Δεν το λες και κακό, δεν του έβγαινε πάντα και σε καλό βέβαια…

Πλησίασε τους ένστολους με αυτοπεποίθηση.

«Ηοla!», τους χαιρέτησε. Αυτά ήταν και σχεδόν όλα τα ισπανικά που ήξερε. Εβγαλε την αστυνομική του ταυτότητα και τους την έδειξε.

«English?», ήταν η επόμενη λέξη του.

Η αλήθεια είναι πως δεν κατάλαβε γρι από τις λέξεις που έβγαιναν από το στόμα τους προσπαθώντας να του απαντήσουν, αλλά λίγα λεπτά αργότερα εμφανίστηκε δίπλα τους ένας άντρας με πολιτικά και συστήθηκε στα αγγλικά: «Rafael Giraldez, επιθεωρητής». Ο Αχιλλέας Ροδακάς έπνιξε ένα γέλιο. Αλλά δεν το έπνιξε καλά, γιατί ο ισπανός επιθεωρητής συμπλήρωσε με τα άψογα – αν εξαιρέσει κανείς την ισπανική προφορά – αγγλικά του: «Δεν πειράζει… Καταλαβαίνω… Δεν είστε ο πρώτος που το σκέφτεται…». Και εννοούσε ακριβώς αυτό που έλεγε το επίθετό του. Giraldez (Χιράλδεθ). Παρόμοιο με το αξιοθέατο της Σεβίλλης. Την Giralda (Χιράλντα), το εμβληματικό καμπαναριό του Καθεδρικού Ναού – κόσμημα – της πόλης.

«Οk…», χαμογέλασε πλέον χωρίς ενοχές ο Αχιλλέας Ροδακάς, συστήθηκε κι αυτός με τη σειρά του και του ζήτησε να τον πάει πρώτα στον τόπο του εγκλήματος και μετά στον μάρτυρα. Του είπε επίσης πως ήξερε πως δεν είχε καμία δικαιοδοσία να το ζητάει αυτό, αλλά θα το ήθελε. Επρεπε να έχει μια γενική εικόνα πρώτα, του εξήγησε. Αν και η αλήθεια δεν ήταν ακριβώς αυτή. Του άρεσε να χώνει τη μύτη του παντού. Αυτή ήταν η αλήθεια.

Ο Ισπανός συμφώνησε. Κι έτσι κι έγινε. Πέρασαν από την υποδοχή του ξενοδοχείου. Ενα υπέροχο κύμα δροσιάς τους ανακούφισε. Η αίσθηση ήταν σχεδόν ηδονική. Χωρίς σχεδόν. Μπήκαν στο ασανσέρ και κατευθύνθηκαν στο δωμάτιο. Μερικά λεπτά αργότερα κατέβηκαν. O αστυνόμος ζήτησε από τον ισπανό επιθεωρητή να πάνε μέχρι τη reception. Εκεί ο Αχιλλέας Ροδακάς έκανε δυο – τρεις ερωτήσεις στη χαμογελαστή υπάλληλο με τα μεγάλα μαύρα μάτια. Εκείνη πληκτρολόγησε κάτι και του απάντησε.

«Τhanks», της είπε και έφυγαν. Μετά πήγαν σε μια μεγάλη αίθουσα συνεδριάσεων στην οποία είχαν τον μάρτυρα.

Ο αστυνόμος Αχιλλέας Ροδακάς είχε δει ότι έπρεπε να δει στο δωμάτιο του ξενοδοχείου. Και κάτι παραπάνω. Είχε βγάλει κάποια συμπεράσματα. Τώρα είδε τον άντρα. Τον κοίταξε προσεκτικά καθώς κατευθυνόταν με σταθερά βήματα προς το μέρος του. Εβγαλε κάποια ακόμα. Τώρα είχε έρθει η ώρα να διαπιστώσει αν ήταν σωστά.

«Είστε… Ελληνας;» ρώτησε τον Αχιλλέα Ροδακά ο μεσήλικας άντρας με μάτια κόκκινα και πρησμένα από το κλάμα. «Βοηθήστε με! Σκότωσαν τη γυναίκα μου!», φώναξε με βραχνή φωνή. «Τη σκότωσαν! Τη σκότωσαν!», ούρλιαξε. «Ελειψα μόνο μερικά λεπτά από το δωμάτιο και όταν γύρισα την βρήκα έτσι…». Εκρυψε το πρόσωπό του ανάμεσα στις παλάμες του και ξέσπασε πάλι σε λυγμούς κάνοντας το αδύναμο, σχεδόν λιπόσαρκο σώμα του να τρανταχτεί.

«Φέρτε του λίγο νερό», είπε στον Giraldez. Και συμπλήρωσε: «Δεν το έκανε αυτός».

ΣΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

Ο αστυνόμος κοίταξε τριγύρω. Η Σήμανση ήταν ήδη εκεί. Το θύμα, μια γυναίκα 30 περίπου ετών, Ελληνίδα, με όμορφο πρόσωπο και καλλίγραμμο σώμα, ήταν ανάσκελα στο κρεβάτι, φορούσε ένα μεταξωτό κοντό νυχτικό, τόσο κοντό που φαινόταν το μαύρο εσώρουχό της, και είχε καρφωμένο ένα μαχαίρι στο ύψος της καρδιάς. Στον λαιμό είχε ακόμα τα σημάδια που έχει κάποιος όταν τον πιάνεις με δύναμη από τον λαιμό. Παρατήρησε στο δωμάτιο ένα τρόλεϊ. Είχαν ζητήσει πρωινό στο δωμάτιο, προφανώς. Δεν φαινόταν να έχουν φάει. Το μαχαίρι που ήταν καρφωμένο στο στήθος της γυναίκας ανήκε σίγουρα στο σερβίτσιο. Κοίταξε τα δύο πιρούνια, τα δύο κουταλάκια του καφέ και ένα μαχαίρι. Το έδειξε στον ισπανό επιθεωρητή. Μετά του έδειξε το θύμα. Εκείνος κούνησε το κεφάλι σαν να συμφωνούσε. Είδε την ντουλάπα ανοιχτή. Κοίταξε το χρηματοκιβώτιο του δωματίου. Ηταν κλειστό. Το δωμάτιο είχε ένα τεράστιο παράθυρο. Κλειστό. Χωρίς μπαλκόνι. Είδε την πόρτα του δωματίου. Δεν έμοιαζε παραβιασμένη. Πλησίασε τη νεκρή γυναίκα. Κοίταξε τα χέρια της. Τα δάκτυλά της. Η βέρα της έλειπε. Ενα λευκό σημάδι έδειχνε πως της είχε αφαιρεθεί πρόσφατα. Τα δάκτυλά της ήταν μαυρισμένα, όχι όμως και το σημείο που φόραγε το δαχτυλίδι της. Αυτό ήταν το μοναδικό στοιχείο που είχε. Επρεπε να σκεφτεί. Πήγε στο μπάνιο. Μετά επέστρεψε. Κοίταξε στο τραπεζάκι του δωματίου. Επάνω υπήρχαν ένα πακέτο τσιγάρα Camel, ένας τουριστικός χάρτης και ένα κουτάκι με χάπια Zyprexa – γνωστό αντιψυχωσικό φάρμακο που χρησιμοποιείται για τη θεραπεία της σχιζοφρένειας ή της διπολικής διαταραχής. Κοίταξε πάλι τριγύρω. Κανένα ίχνος πάλης. Κανείς δεν φαινόταν να έχει ψάξει το δωμάτιο. Κανείς δεν φαινόταν να έχει κλέψει κάτι εκτός από τη βέρα του θύματος.

ΣΤΗΝ ΑΙΘΟΥΣΑ ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕΩΝ

Ο ισπανός επιθεωρητής είχε φέρει ένα μπουκαλάκι νερό στον μεσήλικα άντρα. Είχε πιει μια γουλιά. Φαινόταν να έχει ηρεμήσει λίγο. Λίγο. Τώρα είχε επιδοθεί σε ένα σιωπηλό θρήνο και μια κίνηση του κορμού του σαν εκκρεμές, μπρος πίσω, μπρος πίσω, που έμοιαζε περισσότερο με σωματικό μοιρολόι.

Ο Αχιλλέας Ρόδακας εξηγούσε στον Giraldez ότι ο άντρας ήταν αθώος. Σίγουρα θα έβρισκαν και αποδείξεις αργότερα. Αλλά αυτό που ήταν πραγματικά επείγον, ήταν να βρουν και να φέρουν εδώ τον άντρα από το διπλανό δωμάτιο 344. «Και αυτό πρέπει να γίνει τώρα!», σχεδόν του φώναξε.

Ο Giraldez χαμογέλασε. Ηταν η σειρά του. «Και γιατί να το κάνω αυτό;» τον ρώτησε.

«Γιατί αυτός τη σκότωσε», του απάντησε ο Αχιλλέας Ροδακάς. «Πήγαινε», του έδειξε πίσω του την πόρτα. «Σε παρακαλώ», τον παρακάλεσε. Ο Giraldez χαμογέλασε, του γύρισε την πλάτη κι έφυγε. Τον έκανε πολύ κέφι τελικά αυτό τον τύπο…

ΣΤΗ RECEPTION

«Καλημέρα. Μπορείτε να μου πείτε αν μένει κάποιος Ελληνας στα διπλανά δωμάτια από το 343;» ρώτησε ο αστυνόμος. Η κοπέλα στην υποδοχή κοίταξε τον ισπανό επιθεωρητή που της έγνεψε κάν’ το. Πληκτρολόγησε στον υπολογιστή. «Στο διπλανό. Ναι. Στο 344. Πώς το ξέρατε;» του χαμογέλασε. «Απλές υποθέσεις κάνω», της απάντησε και συνέχισε: «Είναι εδώ μόνος;».

«Μάλιστα. Η κράτηση ήταν για ένα άτομο μόνο».

«Τhanks!» της απάντησε. Πόση τύχη θα άντεχε ακόμα, σκέφτηκε καθώς έφευγε.

***

Η ώρα ήταν οκτώμισι το βράδι. Η ζέστη είχε υποχωρήσει ελαφρώς, δροσιά βέβαια δεν είχε, αλλά η παγωμένη μπίρα κάπως ανακούφισε τον αστυνόμο. Είχε βρει ένα τραπεζάκι στη γωνία του μαγαζιού, αφού πρώτα είχε χαθεί για λίγο στα γραφικά στενάκια της συνοικίας Σάντα Κρουζ. Η παράσταση flamenco θα ξεκινούσε σε μισή ώρα το πολύ. Κατέβασε αχόρταγα την υπόλοιπη μπίρα του και σήκωσε το χέρι στον σερβιτόρο. «Una cerveza por favor – μια μπίρα παρακαλώ». Από τα λίγα ισπανικά που είχε μάθει σε αυτό το ταξίδι, ήταν αυτή η πρόταση. Απολύτως απαραίτητη. Mαζί με το Hola φυσικά.

Ο σερβιτόρος με την κόκκινη κοντή ποδιά του άφησε ένα νέο μπουκάλι παίρνοντας ταχυδακτυλουργικά το παλιό από μπροστά του.

Ο αστυνόμος άραξε στην καρέκλα του και έκανε σταυροπόδι. Σκέφτηκε τι είχε συμβεί μερικές ώρες νωρίτερα.

O Giraldez τού είχε κατεβάσει τον κάτοικο του 344. Ενας άντρας 35 ετών, ευπαρουσίαστος μεν, με κάτι σκοτεινό στα μάτια δε. Οι λεπτομέρειες της ανάκρισης δεν είχαν καμία σημασία. Στο δωμάτιό του είχαν βρει τη βέρα του θύματος. Η όμορφη Αναστασία – η νεκρή γυναίκα –, τον είχε γνωρίσει κατά τις επισκέψεις της στην ψυχολόγο της. Το ένα έφερε τ’ άλλο, ένα καφεδάκι, ένα ποτάκι, ένα φιλί στην αρχή, μια παθιασμένη σχέση αργότερα. Ο παράνομος δεσμός τους είχε κρατήσει δύο χρόνια. Δύο χρόνια πάθους. Απίστευτου πάθους. Αλλά εκείνη δεν έλεγε να χωρίσει. Απεναντίας, τους τελευταίους μήνες, δεν απαντούσε στις κλήσεις του, στα μηνύματα που της έστελνε… Και τελικά όχι μόνο δεν θα χώριζε τον άντρα της αλλά είχε το θράσος να του ζητήσει να σταματήσει να την ενοχλεί. «Να την ενοχλώ!», είχε φωνάξει τόσο δυνατά που ο αστυνόμος από το ξάφνιασμα λίγο έλειψε να του χώσει χαστούκι. «Ακούς; Να την ενοχλώ. Που έκανα τα πάντα για εκείνη. Που μου έλεγε πως μόνο εμένα ήθελε. Πως θα χώριζε. Πως με αγαπούσε. Πως δεν είχε ζήσει άλλον τέτοιον έρωτα στη ζωή της! Και τώρα ήθελε να σταματήσει. Να χωρίσει με εμένα. Με πιο δικαίωμα; Ε;»

«Ο κάθε άνθρωπος έχει δικαίωμα. Να κάνει αυτό που νιώθει. Να κάνει το σωστό. Να κάνει λάθη. Εσύ; Με πιο δικαίωμα της πήρες τη ζωή;» του είπε ο αστυνόμος.

«Την αγαπούσα…», απάντησε με θράσος.

«Οχι. Δεν είναι αλήθεια», του είπε και συνέχισε: «Αν την αγαπούσες θα την καταλάβαινες. Ή θα έπρεπε να προσπαθήσεις να την καταλάβεις. Αντιθέτως, εσύ την εκφόβιζες. Την παρακολούθησες. Tην ακολούθησες εδώ, βρήκες την ευκαιρία και την εκδικήθηκες».

«Λυπάμαι», απάντησε ο 35χρονος.

«Δυστυχώς δεν λυπάσαι. Οχι ακόμα τουλάχιστον. Δεν είμαι σίγουρος αν θα συμβεί και ποτέ. Αλλά θα έχεις χρόνο. Πίστεψέ με», του απάντησε ο αστυνόμος και του γύρισε την πλάτη. Η γλώσσα του σώματος και η ένταση του διαλόγου είχαν βοηθήσει τον Ισπανό να κατανοήσει τα μισά. Τα άλλα μισά του τα εξήγησε ο Αχιλλέας Ροδακάς.

«Θα άλλαζαν ποτέ οι άνθρωποι; Θα έφταναν ποτέ στο σημείο να μην αφαιρεί ο ένας τη ζωή του άλλου; Να μην κάνει ο ένας στον άλλον κακό;» σκέφτηκε ο αστυνόμος αλλά γνώριζε εδώ και καιρό την απάντηση: Οχι. Ποτέ. Δυστυχώς.

Ακριβώς εκείνη τη στιγμή είδε τον ισπανό αστυνόμο να μπαίνει στο μαγαζί σαρώνοντας με το βλέμμα του το χώρο.

«Rafael! Εδώ!», φώναξε στον Ισπανό.

«Μια μπίρα ακόμα!» φώναξε στον σερβιτόρο. Σήμερα θα έβλεπε μια ωραία παράσταση flamenco. Σήμερα θα είχε καλή παρέα. Σήμερα είχε αποκτήσει ακόμη έναν φίλο. «Εχει και τα καλά της, αυτή η σκατοζωή», χαμογέλασε ο αστυνόμος.

Το βιβλίο του Ηλία Τρακάδα «Τέσσερις Σφαίρες» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Δίχτυ

Читайте на сайте


Smi24.net — ежеминутные новости с ежедневным архивом. Только у нас — все главные новости дня без политической цензуры. Абсолютно все точки зрения, трезвая аналитика, цивилизованные споры и обсуждения без взаимных обвинений и оскорблений. Помните, что не у всех точка зрения совпадает с Вашей. Уважайте мнение других, даже если Вы отстаиваете свой взгляд и свою позицию. Мы не навязываем Вам своё видение, мы даём Вам срез событий дня без цензуры и без купюр. Новости, какие они есть —онлайн с поминутным архивом по всем городам и регионам России, Украины, Белоруссии и Абхазии. Smi24.net — живые новости в живом эфире! Быстрый поиск от Smi24.net — это не только возможность первым узнать, но и преимущество сообщить срочные новости мгновенно на любом языке мира и быть услышанным тут же. В любую минуту Вы можете добавить свою новость - здесь.




Новости от наших партнёров в Вашем городе

Ria.city
Музыкальные новости
Новости России
Экология в России и мире
Спорт в России и мире
Moscow.media






Топ новостей на этот час

Rss.plus





СМИ24.net — правдивые новости, непрерывно 24/7 на русском языке с ежеминутным обновлением *