Στη Θεσσαλονίκη κάποιος θα χάσει…
Τα οικονομικά προγράμματα που θα παρουσιάσουν είναι ευθέως συγκρίσιμα. Αλλά για τους Κυριάκο Μητσοτάκη, Αλέξη Τσίπρα και Νίκο Ανδρουλάκη η ατζέντα της φετινής ΔΕΘ δεν θα μπορούσε να είναι πιο διαφορετική. Ο καθένας έχει τη δική του στόχευση, τις δικές του προτεραιότητες και το κοινό που έχει επιλέξει να απευθυνθεί, με τον πρώτο να διατηρεί το φυσικό προνόμιο του Πρωθυπουργού στην αφετηρία της προεκλογικής κούρσας, δηλαδή τη δυνατότητά του να αποφασίσει τον χρόνο του τερματισμού.
Για τον Κυριάκο Μητσοτάκη τα πράγματα είναι σχετικά απλά. Το επιτελείο του διακρίνεται από επαγγελματισμό, που αποτελεί σημαντικό πλεονέκτημα έναντι των αντιπάλων του. Εχει αποφασίσει μια εύλογη διαδοχή κινήσεων και τις εκτελεί με συνέπεια.
Πρώτα προσδιόρισε ποιες είναι οι πληθυσμιακές ομάδες που μπορεί να επηρεαστούν ουσιαστικά από τις εξαγγελίες του και να διαμορφώσουν ανάλογα την εκλογική τους συμπεριφορά, μετά προσδιόρισε τα μέτρα που θα ανακοινώσει και τα κύρια μηνύματα που θα τους απευθύνει: σταθερότητα, προβλεψιμότητα, επιλεκτική στήριξη μεσοστρωμάτων.
Θα κάνει τις ανακοινώσεις του, θα στείλει τους υπουργούς του για περιοδείες στη «μαύρη τρύπα» της Βόρειας Ελλάδας, θα περιμένει τις τρεις εβδομάδες που χρειάζονται για να εμφανιστεί μια σχετικά αξιόπιστη ένδειξη της απήχησής τους στις σφυγμομετρήσεις και θα αποφασίσει πότε και πώς θα πάει στις κάλπες.
Και για τον Αλέξη Τσίπρα, η στρατηγική είναι ξεκάθαρη. Εχει δύο βασικές επιδιώξεις. Πρώτον, να βρίσκεται στο επίκεντρο της συζήτησης. Γι’ αυτό και αποφάσισε να εμφανιστεί στη Θεσσαλονίκη πριν από τον Πρωθυπουργό και γι’ αυτό θα ξαναπάει να δώσει συνέντευξη την Τετάρτη, πριν από την άνοδο του Νίκου Ανδρουλάκη ως αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Αν οι δύο βασικοί του αντίπαλοι επιλέξουν ή υποχρεωθούν να απαντούν αναλυτικά στις προτάσεις και τις τοποθετήσεις του, θα έχει πετύχει τον σκοπό του, όποιες κι αν είναι οι απαντήσεις τους. Δεύτερον, ο Αλ. Τσίπρας θέλει στη Θεσσαλονίκη να απαλλαγεί από το στίγμα της Θεσσαλονίκης.
Το περίφημο «πρόγραμμα» που παρουσίασε το 2014 αποδείχθηκε δίκοπο μαχαίρι: του έδωσε την τελική ώθηση για την εξουσία και τον καταδίκασε σε μια αναπόφευκτη ακραία ανακολουθία με την αθέτηση των υποσχέσεων που περιλάμβανε. Για τον ίδιο είναι το μεγαλύτερο άχθος που κουβαλάει από την κυβερνητική του περίοδο – η ακραία απόσταση μεταξύ δεσμεύσεων και πράξεων μέσα σε διάστημα ενός μόνο χρόνου.
Τότε, εν θερμώ, του συγχωρήθηκε με την επανεκλογή του τον Σεπτέμβριο του 2015, επέστρεψε όμως στη συλλογική πολιτική μνήμη για να τον στοιχειώσει και τελικά να τον αποδομήσει. Γι’ αυτόν τον λόγο, το σημαντικότερο στον οικονομικό σχεδιασμό που παρουσίασε την περασμένη Τετάρτη δεν είναι τα μέτρα που περιλαμβάνει, αλλά η προτροπή για κοστολόγησή τους από το Δημοσιονομικό Συμβούλιο. Και μόνο ότι την αποδέχθηκε συνιστά μια κατάκτηση για την πολιτική διαδικασία.
Τα πράγματα είναι πιο σύνθετα για τον Νίκο Ανδρουλάκη. Χρειάζεται ταυτόχρονα εξαγγελίες που να συγκινούν ομάδες ψηφοφόρων και υπεράσπιση της αξιοπιστίας του ΠΑΣΟΚ ως κόμματος της υπεύθυνης διακυβέρνησης. Εχει ανάγκη να στεγανοποιήσει τις διαρροές προς την ΕΛΑΣ, χωρίς όμως να αποξενώσει τη σημαντική ακόμη μερίδα της κεντρογενούς εκλογικής του βάσης. Και, προπάντων, έχει μια ευκαιρία να βελτιώσει τη χλωμή προσωπική του εικόνα από ένα βήμα, αυτό της ΔΕΘ, που προσφέρεται για θεσμική παρουσία και εκπομπή κύρους. Ο κίνδυνος είναι το απαραίτητο αντίτιμο της ευκαιρίας – και μέχρι τις εκλογές δεν υπάρχει άλλη ανάλογη. Σε αυτό το παιχνίδι δεν μπορούν να κερδίσουν όλοι.