Δήμητρα Γαλάνη: «Η ευθύνη του καλλιτέχνη είναι η επαφή με το κοινό»
Ήταν ένα απόγευμα με αμφίβολο καιρό, σε ένα ταξίδι για συναυλία στην Εύβοια, ανάμεσα σε κουβέντες για το ελληνικό τραγούδι, όταν γεννήθηκε η ιδέα ενός μεγάλου αφιερώματος στη Μαριανίνα Κριεζή. Το ίδιο βράδυ, μια περίεργη δυσφορία δεν την άφηνε να κοιμηθεί. Η Δήμητρα Γαλάνη άνοιξε το iPad και μέχρι τις έξι το πρωί άρχισε να ψάχνει ξανά τη δημιουργία της εμβληματικής στιχουργού.
Όχι ότι δεν τη γνώριζε, αλλά μ’ έναν περίεργο τρόπο τα τραγούδια έμπαιναν στη σειρά σχεδόν μόνα τους, σαν να της υπαγόρευε κάποιος τη συνέχεια. Ήταν μια σχεδόν βαθιά ενεργειακή στιγμή. Επικοινώνησε με τον Γιώργο Κουμεντάκη, ο οποίος δέχθηκε την ιδέα της με ενθουσιασμό: η παράσταση αυτή έπρεπε να πάρει σάρκα και οστά στη Λυρική Σκηνή. Οπερ και εγένετο.
Από την 1η έως τις 7 Οκτωβρίου η σπουδαία ερμηνεύτρια μαζί με τη Σαβίνα Γιαννάτου και τον Γιάννη Παλαμίδα, δεκαμελές μουσικό σύνολο και την Παιδική Χορωδία της ΕΛΣ θα παρουσιάσουν στην αίθουσα «Σταύρος Νιάρχος» της Εθνικής Λυρικής Σκηνής ένα μεγάλο μουσικό αφιέρωμα στο έργο της Μαριανίνας Κριεζή, με τίτλο «Ακόμα κι αν φύγεις…». Τίτλος φυσικά δανεισμένος από το ομότιτλο τραγούδι της στιχουργού.
Η αφορμή ήταν το αφιέρωμα στη Μαριανίνα Κριεζή, όμως η κουβέντα μας ανοίχτηκε φυσικά στην καλλιτεχνική ευθύνη, την αισθητική, την πολιτική κατάντια της εποχής, αλλά και στον τρόπο με τον οποίο ο αυθεντικός δημιουργός επιλέγει να πορεύεται και, τελικά, να αποσύρεται.
Η πρώτη μου παρατήρηση αφορούσε την ένταση και τις απαιτητικές μέρες που διανύει, καθώς το καλοκαίρι πέρασε με κάποιες μέρες ξεκούρασης αλλά με ασταμάτητα Zoom meetings για την καλλιτεχνική επιμέλεια της παράστασης. «Αν βγεις και ανακοινώσεις δημόσια “φεύγω, κρεμάω τα παπούτσια μου” – όπως λέμε για τους αθλητές –, ξεκινάει αμέσως μια ολόκληρη παραφιλολογία και δημιουργείται ένας συναισθηματικός εκβιασμός προς το κοινό. Εγώ αυτό δεν θέλω να το κάνω. Θέλω να φύγω αθόρυβα και ήσυχα, ακριβώς όπως μπήκα σε αυτόν τον χώρο. Να αποσύρομαι σιγά σιγά, κάνοντας μόνο πολύ επιλεκτικές δουλειές, όσο ακόμα αντέχω. Αλλωστε, δεν είμαι μόνο τραγουδίστρια. Και ακριβώς επειδή η σχέση μου με τη μουσική είναι ευρύτερη, σε αυτή την παραγωγή έχω την καλλιτεχνική επιμέλεια. Δεν πρόκειται απλώς για μια συναυλία, αλλά για μια ολοκληρωμένη μουσική παράσταση, έναν ολόκληρο κόσμο».
Η περίπτωση της Μαριανίνας Κριεζή
Το ερώτημα το οποίο αναδύεται είναι τι εκπροσωπεί για τον πολιτισμό μας η Μαριανίνα Κριεζή. «Υπάρχουν δύο απαντήσεις για το γιατί έπρεπε να γίνει αυτό το αφιέρωμα: η μία είναι προσωπική, η άλλη αντικειμενική. Η αντικειμενική είναι ότι οφείλουμε όλοι στη Μαριανίνα, διότι είναι μια προσωπικότητα που πέρασε από τον χώρο του πολιτισμού αφήνοντας εξαιρετικά ισχυρό ίχνος, χωρίς ποτέ να το φωνάζει ή να το προβάλλει. Ηταν ένας άνθρωπος πάρα πολύ μετρημένος στις δημόσιες εμφανίσεις του. Τη διέκρινε μια βαθύτατη ευγένεια, αστική, με την έννοια που εγώ την αντιλαμβάνομαι και όχι όπως κάποιοι τη χλευάζουν. Είναι μια συνέχεια αυτού του πράγματος που είναι και ο δικός μου πολιτισμός, αυτός τον οποίο διδάχτηκα από τους μεγάλους της γενιάς του ’30: τον Γκάτσο, τον Χατζιδάκι, τον Ελύτη, τον Τσαρούχη. Αυτοί οι άνθρωποι είχαν ένα όραμα για την Ελλάδα, το οποίο δυστυχώς παρέμεινε δικό τους όραμα».
Σε μια εποχή όπου η πληροφορία καταναλώνεται με καταιγιστικούς ρυθμούς και η μνήμη ακυρώνεται, αναρωτήθηκα πώς διαμορφώνεται η καλλιτεχνική ευθύνη. «Η πληροφορία που παίρνει ο κόσμος πλέον είναι συχνά ψευδής. Το deepfake ισχύει αυτή τη στιγμή, δεν είναι σενάριο μέλλοντος. Αυτό και μόνο κάνει τον κόσμο να μην έχει εμπιστοσύνη στην όποια πληροφορία παίρνει. Η ευθύνη λοιπόν του καλλιτέχνη είναι η διά ζώσης επαφή με τον άνθρωπο. Εφόσον έχουμε μια ζωντανή σχέση και διάλογο με το κοινό, είμαστε υποχρεωμένοι να συνεχίζουμε το νήμα του πολιτισμού που κρατάει την ελληνική γλώσσα ζωντανή εδώ και 3.000 χρόνια. Οφείλουμε να διατηρήσουμε σωστά τη μνήμη: να μην τη σβήνουμε, να μην την παραλλάσσουμε, να την προστατέψουμε και να τη μεταδώσουμε. Αυτό είναι πράξη πολιτισμού. Στις μέρες μας διακυβεύεται ο πανανθρώπινος πολιτισμός. Θέλουν να σβήσουν τη μνήμη, να ακυρώσουν ό,τι έχει ιστορία από πίσω, στο όνομα ενός λαίμαργου κέρδους».
Η Μαριανίνα Κριεζή έγραψε τραγούδια που άγγιξαν τις καρδιές εκατομμυρίων ανθρώπων. Πώς λειτουργεί αυτή η ποιητική ευγένεια στον σύγχρονο κόσμο; «Υπήρχε παλιότερα η αντίληψη ότι οτιδήποτε έχει αναφορές στην αγάπη, στις σχέσεις, στον πόνο ή στα συναισθήματα είναι εκτός πολιτικής – ότι άλλο είναι το πολιτικό τραγούδι και άλλο το ερωτικό. Είναι πολύ μεγάλο λάθος αυτό, μία ακόμα κοινοτοπία. Το πώς στέκεσαι και το πώς περιγράφεις τον έρωτα συνιστούν πολιτική πράξη και καταγράφουν το αισθητικό περιεχόμενο του δημιουργού. Αλλιώς αναφέρεται ο Γκάτσος στον έρωτα και η Μαριανίνα Κριεζή. Αυτοί οι άνθρωποι μιλούν διαφορετικά: ακόμα και στο πιο λαϊκό τους τραγούδι υπάρχει από πίσω ένας τρόπος που δεν προσβάλλει ποτέ τη γλώσσα σου, τον πολιτισμό σου και τον ίδιο σου τον εαυτό. Είναι σαν να βρίσκεσαι σε άλλο επίπεδο δόνησης».
Οι δάσκαλοι, η μελέτη
Η αναφορά στο «επίπεδο δόνησης» με έκανε να τη ρωτήσω πώς ξεχωρίζει αυτούς τους ανθρώπους και πώς εντοπίζει την ποιότητα ακόμα και στα νέα παιδιά. «Μα από αυτούς τους μεγάλους πήρα την αρχική πηγή της πληροφορίας μου. Θα έπρεπε να είμαι πολύ ματαιόδοξη και βλάκας για να το ξεχάσω αυτό. Πρέπει να είσαι επιφανειακός για να ξεχάσεις ποιοι είναι οι δάσκαλοί σου, ποιοι σε μάθανε, και να πάρεις αυτό το πράγμα σαν κορόνα στο κεφάλι σου. Οι μεγάλοι δημιουργοί παρήγαγαν έργο που δεν ήταν για λίγους, το μήνυμά τους πήγαινε βαθιά μέσα στον κόσμο, δεν ήταν ένας στείρος αισθητισμός. Τα σημαντικά πράγματα αντέχουν στον χρόνο γιατί έχουν πολλαπλές αναγνώσεις.
Κάθε γενιά που έρχεται τα ξαναδιαβάζει με διαφορετική ματιά. Αυτή είναι η τεράστια διαφορά ανάμεσα σε ένα προϊόν της μόδας και σε ένα πραγματικό έργο τέχνης. Υπάρχει μια αδιάσπαστη συνέχεια από τον Βαμβακάρη και τον Τσιτσάνη μέχρι τον Χατζιδάκι, τον Θεοδωράκη, αλλά και τους νεότερους όπως είναι ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου, ο Σωκράτης Μάλαμας, ο Ορέστης Ντάντος και άλλοι. Καλλιτέχνες οι οποίοι σέβονται το παρελθόν και την ίδια στιγμή κρατούν την αισθητική ψηλά και επιμένουν. Και αυτό το πράγμα έχει τεράστιο κοινό, όσο κι αν ένα συστηματάκι εφήμερου κέρδους προσπαθεί να κάνει σαν να μην υπάρχει».
Επεσήμανα ότι μέσα σε αυτή τη λαμπρή αλυσίδα δημιουργών ανήκει δικαιωματικά και η ίδια. «Εγώ δεν θα το πω αυτό για τον εαυτό μου. Αυτό θα το πουν ο χρόνος και η ιστορία. Στην πορεία μου, σε αυτά τα τόσα χρόνια, ασφαλώς και ήρθα αντιμέτωπη με περισπασμούς, συγκρούστηκα, υπήρξαν φορές που παρασύρθηκα – όχι σε μεγάλες ευτέλειες, αλλά σε πράγματα που δεν είχαν αντοχή στον χρόνο. Η πρόθεσή μου όμως ήταν πάντα επικοινωνιακή. Δεν σκεφτόμουν πώς θα “μετρήσω” το βράδυ στο σπίτι μου, αλλά πώς θα επικοινωνήσω κάτι που αγαπώ. Κι αυτό απαιτεί τεράστια δουλειά πίσω από τη σκηνή. Δεν μπορείς να κάθεσαι πάνω στις δάφνες σου και να λες “αχ, τι ωραία τραγουδίστρια που είμαι”. Πρέπει να είσαι βουλιμικός στο επίπεδο της γνώσης».
Της θύμισα μια παλαιότερη κουβέντα μας στην οποία είχε διατυπωθεί πως το ταλέντο είναι μια εντελώς ιδιωτική υπόθεση. «Ακριβώς. Εργάζομαι καθημερινά και σκληρά. Λαμβάνω γνώση από κάθε πιθανή πηγή για να εμπλουτίζομαι. Αυτό μου δίνει το δικαίωμα της διάκρισης: να μπορώ να ξεχωρίζω το καλό από το κακό, το ψέμα από το αληθινό. Και φυσικά διαφύλαξα τον ψυχισμό μου και τον μοιράστηκα με σπάνιους ανθρώπους στη ζωή μου, που ήταν πάντα καλύτεροι από μένα. Το ένστικτό μου με οδηγούσε πάντα στη συναναστροφή με τους καλύτερους».
Η ελευθερία της τέχνης
Επιστρέφοντας στο υλικό της παράστασης, στάθηκα στην επιλογή των τραγουδιών και στη συνεργασία της με τη Σταυρίνα Γεράτου και τον Γιάννη Παλαμίδα. «Με το που μου ήρθε η σκέψη για το αφιέρωμα, την ίδια στιγμή ήξερα ότι έπρεπε να το κάνω μαζί με αυτούς τους δύο ανθρώπους. Το πρώτο μέλημα είναι το μάζεμα του υλικού: να καταλάβει ο κόσμος ότι εκτός από τη “Λιλιπούπολη” πολλά από τα τραγούδια που αγαπήσαμε και κάναμε soundtrack της ζωής μας ανήκουν στη Μαριανίνα.
Μέσα από τα έργα της προβάλλουν οι αποχρώσεις της ευαισθησίας και των συναισθημάτων, ιδωμένες μέσα από μια αιώνια, ολιστική θηλυκότητα. Οπως έλεγε και η ίδια, “κάναμε ό,τι θέλαμε, παίζαμε ό,τι θέλαμε για τη «Λιλιπούπολη»”. Αλλά μην ξεχνάμε τι πλαφόν ελευθερίας τούς είχε δώσει ο Μάνος Χατζιδάκις στο Τρίτο Πρόγραμμα. Πόσο σημαντικό είναι οι άνθρωποι που ηγούνται θεσμών να διαθέτουν τέτοια γενναιοδωρία! Αυτή τη γενναιοδωρία οφείλουμε να τη μεταφέρουμε. Η τέχνη είναι ένα δώρο που παίρνεις και το δίνεις πίσω, μετατρέποντας το προσωπικό σε συλλογικό».
Οταν τη ρώτησα αν η ελευθερία αυτή υπάρχει ακόμη σήμερα ή περιορίζεται από τεχνητά όρια, η απάντησή της ήταν αφοπλιστική:
«Η ελευθερία υπάρχει μέσα μας. Και αυτή την ελευθερία στον καλλιτέχνη δεν μπορεί να του την απαγορεύσει κανείς – μόνο ο θάνατος τον σταματάει. Ο κόσμος ξέρει πάρα πολύ καλά, το αισθητήριο του κοινού δεν πρέπει να το υποτιμάμε καθόλου. Αντίθετα, οι πολιτικοί υποτιμούν βαθύτατα το αισθητήριο αυτού του λαού. Κι όταν χρησιμοποιώ τη λέξη “λαός”, δεν τη χρησιμοποιώ λαϊκίστικα. Είμαστε ένας λαός που υποτιμάται συνεχώς μέσα από επαναλαμβανόμενα χτυπήματα εδώ και δεκαετίες. Ομως η τέχνη, όταν είναι πραγματική, αληθινή, επικοινωνεί οργανικά με τον λαό. Η τέχνη φωτίζει το σωστό, προσφέρει μια επαφή με την πραγματικότητα. Και η πραγματικότητα δεν είναι εικονική, είναι η ίδια η ζωή: έχει το μαύρο, έχει το άσπρο, έχει τον πόνο, αλλά πάνω απ’ όλα έχει ζωή. Γιατί όλα αυτά μαζί σημαίνουν ζωή».